ΙΤΑΛΙΑ: Στο σαλόνι και με το δεξί!

  • Μια νέα πρόκληση αντιμετωπίζει πλέον η ιταλική αριστερά, μετά την απορρόφηση της ακροδεξιάς Εθνικής Συμμαχίας του Τζιανφράνκο Φίνι από τον πολιτικό σχηματισμό του πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

  • Η δημιουργία ενός μεγάλου δεξιού κόμματος, που θα ηγεμονεύει στην πολιτική ζωή της χώρας, θέτει την πολυδιασπασμένη και ηττημένη αριστερά μπροστά στο δίλημμα της ενότητας ή της περιθωριοποίησης. Η Ιταλία γυρίζει σελίδα, καθώς ανατρέπεται πλέον η μεταπολεμική πρακτική που ορίζεται από κυβερνητικές συμμαχίες μικρών κομμάτων. Η κίνηση Φίνι-Μπερλουσκόνι που θυμίζει εταιρική συγχώνευση, δεν αποσκοπεί μόνο στην ισχυροποίηση της δεξιάς διακυβέρνησης, αλλά φιλοδοξεί να αναδιατάξει ευρύτερα το πολιτικό σκηνικό και να οδηγήσει τη χώρα σε μοντέλο δικομματισμού, με τη δεξιά να αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη που θα καθορίζει τις εξελίξεις.
  • Οταν οι σειρήνες της εξουσίας συμπαρασύρουν στο κομματικό μαντρί του Μπερλουσκόνι και την ξενόφοβη Λέγκα του Βορρά, τότε θα διαμορφωθεί, ένας νέος δεξιός μαζικός σχηματισμός που θα διαφέρει ριζικά από την παλιά Χριστιανοδημοκρατία, η οποία κατέρρευσε κάτω από το βάρος των οικονομικών και πολιτικών σκανδάλων της δεκαετίας του ’90.

Δεξιά lifestyle

  • Τώρα, οι αξίες που αντικαθιστούν το επί χρόνια κυρίαρχο παραδοσιακό δεξιό τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» είναι το κέρδος, η ξενοφοβία, η τάξη, ο αυταρχισμός, το τοπικό συμφέρον, η μιντιοκρατία και το ξιπασμένο lifestyle. Η απόφαση του μεταφασίστα Φίνι να ενσωματωθεί στη θεσμική δεξιά δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Ηδη, από το 1994, όταν ο Μπερλουσκόνι έσπασε το μεταπολεμικό ταμπού της συνεργασίας με την ακροδεξιά, ο Φίνι ξεκίνησε τον αργό μετασχηματισμό του κόμματός του για να γίνει αποδεκτό στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό.
  • Κι όμως, το 1991 ο 57χρονος ψυχολόγος που γενήθηκε στην κόκκινη Μπολόνια, εκεί που οι ακροδεξιοί υπονόμευσαν με πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις την ιταλική Δημοκρατία, είχε δηλώσει στην αρχή της πολιτικής του καριέρας τον θαυμασμό του για τον Μουσολίνι. Τότε είχε πει πως «είμαστε φασίστες, κληρονόμοι της φασιστικής ιδεολογίας, φασίστες της νέας χιλιετίας». Τρία χρόνια αργότερα είχε προκλητικά υποστηρίξει πως «μετά μισόν αιώνα, οι ιδέες του φασισμού είναι ζωντανές».
  • Ο Φίνι, πολιτικός χαμαιλέων που φιλοδοξεί να διαδεχθεί τον Μπερλουσκόνι στην ηγεσία της ενωμένης δεξιάς, άρχισε να αλλάζει το προφίλ του αμέσως μετά την ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών με κεντρώα ανοίγματα: επισκέφθηκε το Ισραήλ, έκανε κριτική στον Μουσολίνι και προκάλεσε την οργή της εγγονής του, Αλεξάντρας και την αποχώρησή της από το κόμμα του. Εφτασε, μάλιστα, στο σημείο να μεταβεί στο Αουσβιτς, όπου τον υποδέχτηκαν με αβγά οργισμένοι Πολωνοί.

Στροφή αλά γαλλικά

  • Προάγγελος της ελεγχόμενης αποστασιοποίησής του από την άκρα δεξιά ήταν και η στήριξη του Ζακ Σιράκ για την προεδρία της Γαλλίας, όταν αντιμετώπιζε τον Ζαν Μαρί Λεπέν στον δεύτερο και καθοριστικό γύρο των εκλογών, το 2002. Η διολίσθηση του Φίνι προκάλεσε το 2005 σοβαρή οργανωτική κρίση στο κόμμα του, με αποτέλεσμα να δεχτεί σφοδρή κριτική για προδοσία και την αποχώρηση δεκάδων σκληροπυρηνικών στελεχών της Λέγκας. Ετσι, με ξεκάθαρο το εσωκομματικό πεδίο προχώρησε, την περασμένη Κυριακή, στον στρατηγικό του στόχο που ήταν η διάλυση του κόμματος και τώρα προβάλλει ως ο ανερχόμενος αστέρας, ως ο φυσικός διάδοχος του Καβαλιέρε. Η ιταλική αριστερά δεν φαίνεται έτοιμη, τουλάχιστον προς το παρόν, να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα. Λαβωμένη από τη μεγάλη ήττα των εκλογών του 2008, κατακερματισμένη, χωρίς ηγέτη που να εμπνέει, με θέσεις αμυντικές, χωρίς φρέσκες ιδέες, δεν μπόρεσε να αντιταχθεί σθεναρά και αποτελεσματικά στην αμερικανοποίηση της ιταλικής πολιτικής ζωής. Οι επίγονοι του Γκράμσι και του Τολιάτι, του Μπερλίνγκουερ αλλά και του Φραντσεσκίνι, κοιτούν αποσβολωμένοι την κοινωνία να στρέφεται όλο και πιο δεξιά και προσπαθούν μάταια να καταλάβουν πώς και γιατί.

Πρεμιέρα στο Λονδίνο. ΗΠΑ. Οικονομία, ΝΑΤΟ, Ρωσία και στο βάθος Ιράν. Ο Ομπάμα αναζητεί στην Ε.Ε. νέους «πρόθυμους»

  • Στόχος του, από την περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας, ήταν να πλασάρει εκ νέου την εικόνα της Αμερικής στον κόσμο.

  • Σε λίγες μέρες, σχεδόν οχτώ μήνες μετά τη μίνι ευρωπαϊκή του περιοδεία τον Ιούλιο του 2008 ως υποψηφίου, ο Μπαράκ Ομπάμα επιστρέφει ως πρόεδρος, πια, στη Γηραιά Ηπειρο για να πάρει το βάπτισμα του πυρός στον δύσκολο τομέα της διεθνούς πολιτικής. Στις 2 Απριλίου θα βρίσκεται στο Λονδίνο για την σύνοδο της G20. Κατόπιν θα μεταβεί στο Στρασβούργο για τη σύνοδο του ΝΑΤΟ, η οποία συμπίπτει με τα 60ά γενέθλια της Συμμαχίας. Από εκεί θα περάσει στην Πράγα, όπου θα συναντηθεί με τους ηγέτες των 27 χωρών της Ε.Ε. στο πλαίσιο της ευρωαμερικανικής συνόδου. Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού του προέδρου, θα είναι η Τουρκία.
  • Ο Ομπάμα έρχεται στην Ευρώπη προσφέροντας κλάδο ελαίας, όχι όμως και χωρίς απαιτήσεις. Προτάσει τη συνεργασία και το διάλογο έναντι της επιβολής του προκατόχου του, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σκοπεύει να μην υπεραπιστεί από τον ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ. «Το μήνυμά μου είναι ξεκάθαρο: Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να αναλάβουν ηγετικό ρόλο και καλούμε όλους μας τους εταίρους να συνεργαστούν μαζί μας, έχοντας την αίσθηση του κατεπείγοντος και έναν κοινό σκοπό», έγραψε στο πρόσφατο άρθρο του για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Αμερικανική συνταγή

  • Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ζητά από τους Ευρωπαίους να ακολουθήσουν τη δική του συνταγή για μεγαλύτερες δημόσιες δαπάνες με σκοπό την ενίσχυση της οικονομίας. Οι Βρυξέλλες, ωστόσο, αρνούνται να στηρίξουν περαιτέρω τις καταρρέουσες οικονομίες των νεοεισερχόμενων χωρών, διότι κρίνουν πως έχουν ήδη δώσει αρκετά. Γι αυτό, παρά τις προτροπές του γάλλου προέδρου Σαρκοζί να ολοκληρωθεί η G20 με ένα μεγαλεπήβολο παγκόσμιο σχέδιο διάσωσης, αρκετοί προβλέπουν ότι η πολυσυζητημένη σύνοδος θα καταλήξει, κατά πάσα πιθανότητα, σε ευχολόγια και στη διαπίστωση ότι Ευρώπη και Αμερική απλά διαφωνούν, ήρεμα και πολιτισμένα (ρεπορτάζ στην «Οικονομία»). Ομως, η G20 δεν θα έχει αποκλειστικά οικονομικό χαρακτήρα: Στο πλαίσιο της συνόδου, ο Ομπάμα θα συναντηθεί πρώτη φορά με τον ρώσο ομόλογό του Ντιμίτρι Μεντβέντεφ, σε μια εποχή που οι δυο χώρες προσπαθούν να σπάσουν τον πάγο.
  • Η απόφαση του αμερικανού προέδρου να επανεξετάσει την εγκατάσταση αντιπυραυλικής ασπίδας στην Ανατολική Ευρώπη την οποία οραματιζόταν ο Μπους, ερμηνεύεται ως μια κίνηση καλής θέλησης απέναντι στη Ρωσία. Η Ουάσιγκτον χρειάζεται επίσης τη βοήθεια της Ρωσίας προκειμένου να πειστεί το Ιράν να σταματήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, ενώ έχει επίσης ανάγκη και τη συνδρομή και των δυο χωρών στο ζήτημα του Αφγανιστάν. Ο Ομπάμα αναμένεται να ζητήσει μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή των Ευρωπαίων στο Αφγανιστάν. Σε αυτό το θέμα, όμως, δεν αναμένεται να συναντήσει θερμή υποδοχή από τους φίλους του. Χώρες όπως η Βρετανία ή η Γαλλία, η οποία επέστρεψε ύστερα από 43 χρόνια στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, δεν φαίνονται διατεθειμένες να αποστείλουν περισσότερους στρατιώτες. Με δεδομένο μάλιστα ότι στην Ευρώπη η κοινή γνώμη ταυτίζει τις περιπτώσεις του Ιράκ και του Αφγανιστάν, θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο σε πολλούς να πείσουν για το «δίκαιο» αυτού του πολέμου.

Οι Ευρωπαίοι του Μπους

  • Την ίδια στιγμή, η «φιλειρηνική» και «φιλορωσική» στροφή του Ομπάμα προκαλεί αντιδράσεις σε τμήμα της «Νέας Ευρώπης» – όπως είχε βαφτίσει ο πρώην υπουργός Αμυνας του Μπους, Ντόναλντ Ράμσφελντ, τους πρόθυμους πρώην κομμουνιστές συμμάχους του στον πόλεμο του Ιράκ. Πολωνία και Τσεχία εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για το ενδεχόμενο ματαίωσης του προγράμματος αντιπυραυλικής ασπίδας. Ο επικεφαλής, μάλιστα, της καταρρέουσας κεντροδεξιάς τσεχικής κυβέρνησης, ο πρωθυπουργός Μίρεκ Τοπολάνεκ, σε μια κρίση όψιμου «αντιαμερικανισμού», χαρακτήρισε το πακέτο του Ομπάμα για την ενίσχυση της αμερικανικής οικονομίας ως «δρόμο για την κόλαση».
  • Από ειρωνεία της τύχης, ο νέος πρόεδρος θα βρεθεί στην Ευρώπη η οποία παραμένη διαιρεμένη, αυτή τη φορά όχι μόνο για πολιτικούς λόγους, όπως στην περίοδο Μπους, αλλά και για οικονομικούς. Θα έρθει σε επαφή με μια Ευρωπαϊκή Ενωση της οποίας προεδρεύει η Τσεχία, μια χώρα χωρίς κυβέρνηση! (ρεπορτάζ στη σελ. 29). Η πρώτη επίσκεψη του Ομπάμα στην Ευρώπη αναμένεται να εισαγάγει τις ευρωαμερικανικές σχέσεις, από την περίοδο του μέλιτος, στη φάση του ρεαλισμού. Η αποχώρησή του, όμως, ίσως εντείνει τον προβληματισμό σχετικά με το τι θέλει να κάνει η Ευρώπη όχι με την Αμερική, αλλά με τον εαυτό της.

«Εγώ κυβερνώ τη Ρωσία», λέει ο Μεντβέντεφ

  • Ο πρόεδρος της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ξεκαθάρισε σε συνέντευξή του στο BBC, πως αυτός είναι που ασκεί την πραγματική εξουσία στη Ρωσία και όχι ο πρωθυπουργός, Βλαντιμίρ Πούτιν. «Είμαι ο ηγέτης αυτού του κράτους, είμαι ο επικεφαλής αυτού του κράτους και σε αυτό βασίζεται ο καταμερισμός της εξουσίας. Ο κ. Πούτιν είναι ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης και αυτό είναι πολύ δύσκολο με πολύ εργασία. Αλλά οι μεγάλες αποφάσεις στο όνομα του κράτους λαμβάνονται από τον πρόεδρο και αυτό είναι προφανές…», τόνισε ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ που ανέλαβε τα ηνία της ρωσικής προεδρίας από τον Βλαντιμίρ Πούτιν, τον Μάιο του 2008. Πολλοί είναι οι αναλυτές που  αμφισβητούν την ικανότητα του Μεντβέντεφ να κυβερνάει ανεξάρτητα από τον Πούτιν, ενώ δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Ρώσων θεωρεί πως ο πρώην πρόεδρος εξακολουθεί να είναι ο κυρίαρχος πολιτικός άνδρας της χώρας.

Δύο κόσμοι στην ίδια χώρα. Οι Ινδοί ανακαλύπτουν ξανά την ισλαμοφοβία. Το πιο μεγάλο γκέτο της Ασίας

  • Λίγο πριν συμπληρωθεί ένας μήνας από τις επιθέσεις της 26ης Νοεμβρίου, τα πολυτελή ξενοδοχεία της Βομβάης «Ταζ Μαχάλ» και «Ομπερόι» άνοιξαν ξανά τις πόρτες τους. Στο εσωτερικό της χώρας όμως οι πληγές δεν έχουν κλείσει(1). Ο πρωθυπουργός της Ινδίας Μανμχάν Σινγκ θεώρησε ότι οι ένοχοι προέρχονταν από τα ισλαμιστικά κινήματα του Πακιστάν, ευρέως γνωστά, ευυπόληπτα και με επιρροή στη χώρα τους. Εκτοτε, η πίεση στο Ισλαμαμπάντ εντάθηκε.

Με τον άμεσο προσδιορισμό του εξωτερικού εχθρού, ο Σινγκ προσπάθησε επίσης να αποφύγει τη σύγκρουση μεταξύ ινδουιστικής και μουσουλμανικής κοινότητας. Το δε μεγαλύτερο ινδουιστικό εθνικιστικό κόμμα, το Λαϊκό Κόμμα της Ινδίας (Bharatiya Janata Party -BJP), έπαιζε πια το χαρτί του φόβου. Ανεπιτυχώς, βεβαίως, αφού σχεδόν όλα τα ισλαμιστικά κινήματα είχαν ήδη καταδικάσει τις τρομοκρατικές ενέργειες, τόσο στη Βομβάη όσο και εκείνες που βύθισαν στο πένθος την Ινδία στη διάρκεια του 2008. Ορισμένες οργανώσεις, ωστόσο, εκφράζουν φόβους για μια ενδεχόμενη σκλήρυνση των νέων μουσουλμάνων, μεγάλος αριθμός των οποίων ζει σε συνθήκες εξαθλίωσης.

Εκπληξη στο Νέο Δελχί: Μόλις μία εβδομάδα έπειτα από τις επιθέσεις στη Βομβάη, το Κόμμα του Κογκρέσου που ηγείται του κυβερνητικού συνασπισμού ενίσχυσε τα ποσοστά του σε τρία από τα πέντε κρατίδια όπου διεξήχθησαν εκλογές – μεταξύ αυτών και η πρωτεύουσα. Πρόκειται για μια νίκη την οποία κανείς δεν περίμενε – το κόμμα αυτό έδειχνε τόσο φθαρμένο από τα τέσσερα χρόνια εξουσίας, αποδυναμωμένο από την οικονομική κρίση, αποδοκιμασμένο από τα αιματηρά γεγονότα του Νοέμβρη. Παρ’ όλα αυτά, στις 8 Δεκεμβρίου επικράτησε σε ένα από τα πιο τουριστικά κρατίδια της Ινδίας, το Ρατζαστάν, έναντι των ινδουιστών εθνικιστών του Λαϊκού Κόμματος της Ινδίας (ΛΚΙ), του οποίου η προεκλογική εκστρατεία είχε στηριχτεί στις αδυναμίες της κεντρικής εξουσίας απέναντι στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας γενικότερα και των μουσουλμάνων ειδικότερα.

«Το ΛΚΙ αγόρασε μία ολόκληρη σελίδα διαφήμισης σε εφημερίδες, με τη λέξη «τρομοκρατία» με έντονους χαρακτήρες, περιτριγυρισμένη από πιτσιλιές αίματος και με το σύνθημα: «Η ψήφος υπέρ του ΛΚΙ είναι ψήφος υπέρ της ασφάλειας»», σημειώνει ο Τζαβέντ Ανάντ, συγγραφέας, στρατευμένος μουσουλμάνος και κοσμικός. «Αλλά η προσπάθεια δεν απέδωσε. Πολλοί άνθρωποι, και εμείς οι μουσουλμάνοι επίσης, ανησυχούμε. Το εκλογικό σώμα όμως ψήφισε υπέρ της αποτελεσματικότητας – για την κάλυψη των βασικών του αναγκών».

Πράγματι, το εκλογικό σώμα αποφάσισε εστιάζοντας σε τοπικά και κοινωνικά ζητήματα (τιμές των τροφίμων, εφοδιασμός σε νερό, θέσεις εργασίας…). Κι αυτό, άλλωστε, εξηγεί και την επιτυχία του Λαϊκού Κόμματος της Μειοψηφίας (BSP), κόμμα των ντάλιτ («ανέγγιχτων», βλ. ένθετο για τις κάστες), το οποίο στο Νέο Δελχί πέρασε από το 5% που κατείχε το 2003 στο 14% στις 15 Δεκεμβρίου. Το Λαϊκό Κόμμα της Μειοψηφίας ιδρύθηκε από την Κουμάρι Μαγιαουάτι, η οποία ανέλαβε την πρωθυπουργία του κρατιδίου Ουτάρ Πραντές, αφού πρώτα σχημάτισε πρωτοφανή συμμαχία με ντάλιτ, ινδουιστές των ανώτερων κοινωνικά τάξεων και μουσουλμάνους. Η συμμαχία αυτή, μάλιστα, θα μπορούσε κάλλιστα να διευρυνθεί περαιτέρω.

  • Σε θέση άμυνας

Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα κατά πόσο τα αποτελέσματα θα επηρεάσουν και τις βουλευτικές εκλογές της άνοιξης. Εύλογα, όμως, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι χειρισμοί του ΛΚΙ απέτυχαν. Και η σύγκρουση μεταξύ κοινοτήτων, την οποία προσδοκούσαν οι μεν – οι πιο φανατικοί από τους ινδουιστές εθνικιστές – και φοβούνταν οι δε -κυρίως οι μουσουλμανικές κοινότητες- δεν συνέβη ποτέ. Οι μουσουλμάνοι, ωστόσο, εξακολουθούν να ανησυχούν και γι’ αυτό κινητοποιούνται.

Στις 7 Δεκεμβρίου, δέκα μέρες δηλαδή μετά τις επιθέσεις στη Βομβάη, μουλάδες, μουφτήδες και απλοί μουσουλμάνοι συμμετείχαν σε μια σιωπηρή συγκέντρωση στη μνήμη των θυμάτων, την οποία οργάνωσε ο συγγραφέας Ανάντ και η ομάδα Μουσουλμάνοι για την Κοσμική Δημοκρατία (Muslims for Secular Democracy). Εξέφρασαν την αγανάκτησή τους για την «κατάρρευση κάθε κυβερνητικού συστήματος» και καταδίκασαν «το σύνολο των οργανώσεων που εμπλέκονται στις μαζικές δολοφονίες», την Αλ Κάιντα, τους Ταλιμπάν, τα πακιστανικά κινήματα, κυρίως το Λακσάρ-ε-Τάιμπα, και ορισμένες τοπικές ινδικές ομάδες. «Οχι στο όνομά μας (2)», διακήρυξαν.

Διοργανώθηκαν κι άλλες συγκεντρώσεις στις πόλεις Μπάνγκαλορ, Αχμενταμπάντ, Ιντόρε, Χιντεραμπάντ και στο Νέο Δελχί. Οι θρησκευτικές αρχές, όμως, από την πλευρά τους, αρνήθηκαν να ενταφιάσουν τους εννέα καμικάζι σε μουσουλμανικό νεκροταφείο, με το διπλωματικό επιχείρημα ότι δεν ήταν πραγματικοί πιστοί. Τελευταίες σε μια μεγάλη σειρά, οι επιθέσεις στη Βομβάη τράβηξαν την προσοχή της παγκόσμιας κοινής γνώμης επειδή είχαν ως θύματα Δυτικούς, έστω κι αν στη μεγάλη πλειονότητά τους ήταν Ινδοί. Μόνο κατά τη διάρκεια του 2008, διάφορες εκρήξεις σκότωσαν πάνω από διακόσιους ανθρώπους και τραυμάτισαν περίπου χίλιους. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις έγιναν κυρίως στο κρατίδιο του Ασαμ, κέντρο ενός ισχυρού αυτονομιστικού κινήματος, όπου περισσότεροι από 64 άνθρωποι βρήκαν τραγικό θάνατο, ενώ εκατοντάδες ακόμη τραυματίστηκαν στους δρόμους.

Στο στόχαστρο βρέθηκαν επίσης το Νέο Δελχί (13 και 30 Σεπτεμβρίου, 19 νεκροί), η Μαλεγκαόν (3) (29 Σεπτεμβρίου, πέντε νεκροί), το Αχμενταμπάντ (26 Ιουλίου, 49 νεκροί), η Μπάνγκαλορ (25 Ιουλίου, δύο νεκροί) και το Τζαϊπούρ (13 Μαΐου, 63 νεκροί). Οι υποψίες στράφηκαν, τότε, περισσότερο προς τις τοπικές ομάδες -τους Ινδούς Μουτζαχεντίν (Indian Mujahideen) και το Φοιτητικό Ισλαμικό Κίνημα της Ινδίας (Students Islamic Movement of India – SIMI), που σήμερα είναι παράνομες – παρά προς το Πακιστάν, τον συνήθη ύποπτο.

Τα μέσα ενημέρωσης πυροδότησαν κλίμα υστερίας. Ελλείψει αποδείξεων, όλες οι «εμπιστευτικές πληροφορίες» από την αστυνομία ή τις μυστικές υπηρεσίες λαμβάνονταν τοις μετρητοίς. Μουσουλμανικές προσωπικότητες και μέλη της διανόησης, κατά παράδοση αριστερής, εξέφρασαν την ανησυχία τους απέναντι στην πληθώρα των τρομοκρατικών «εγκεφάλων» που αποκαλύφθηκαν, στις συλλήψεις εκατοντάδων μουσουλμάνων, στις αναφορές για «ομολογίες» που αποσπάστηκαν με βασανιστήρια.

  • Στόχος, η νέα γενιά

Ακόμη πιο ανησυχητικό για τη μουσουλμανική κοινότητα είναι το γεγονός ότι οι βασικοί ύποπτοι δεν είναι «ιμάμηδες» που έχουν εκπαιδευτεί στο Κοράνι, αλλά άνθρωποι με σύγχρονη κοσμική εκπαίδευση. «Οι ινδοί ηγέτες είναι ανέντιμοι, υπάρχει κρίση νομιμότητας. Επιπλέον, στην Ινδία, δεν υπάρχει συναίνεση σε κρίσιμα ζητήματα, όπως αυτό της τρομοκρατίας», εξηγεί ο Ομπάιντ Σιντίκι, μουσουλμάνος, ειδικός των μέσων ενημέρωσης, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Jamia Millia Islamia του Ν. Δελχί. Προοδευτικά ριζώνει μια επικίνδυνη ισλαμοφοβία. Γι’ αυτό και το Κέντρο Ισλαμικών Σπουδών Ντάρουλ Ουλούμ στο Ντέομπαντ (Ουτάρ Πραντές), εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 2008 μια φάτουα (θρησκευτικό διάταγμα)(4) ενάντια στην τρομοκρατία και διοργάνωσε στις 21 Μαΐου, στο Νέο Δελχί, διάσκεψη μεταξύ των κυριότερων μουσουλμανικών οργανώσεων υπέρ της φάτουα, με επικεφαλής τον μεγάλο μουφτή Χαμπιμπούρ Ρεχμάν, διευθυντή του Ντάρουλ Ουλούμ, και τους τρεις βοηθούς του.

Στη μουσουλμανική κοινότητα, και μόνο το όνομα Ντέομπαντ εμπνέει φόβο και σεβασμό. Οι περισσότεροι ινδοί σουνίτες (που πλειοψηφούν συντριπτικά στη χώρα) ακολουθούν την εκεί παρεχόμενη εκπαίδευση. Το Κέντρο Ισλαμικών Σπουδών Ντάρουλ Ουλούμ βρίσκεται στο μικρό προάστιο του Ντέομπαντ, έξι ώρες οδικώς από το Νέο Δελχί, ανάμεσα σε χωράφια με δημητριακά και ζαχαροκάλαμα.

Αριθμεί περίπου 3.500 μαθητές, οι οποίοι διαμένουν εκεί για δεκατρία χρόνια, μέχρι να πάρουν το δίπλωμά τους. Κάθε χρόνο, επιλέγονται 800 υποψήφιοι από τους 10.000 που έχουν κάνει αίτηση. Η εκπαίδευση είναι δωρεάν. Ο Αντίλ Σιντίκι, διευθυντής δημοσίων σχέσεων, ξεναγώντας μας μέσα από έναν δαίδαλο κτιρίων μέχρι τις κουζίνες, που είναι ανοιχτές κι όπου αλέθουν το σιτάρι, διαβεβαιώνει: «Οι γεωργοί από δίπλα μάς αγαπούν πολύ και δίνουν σιτάρι στα αγόρια».

Σύμφωνα με τον Αντίλ Σιντίκι, η σχολή -που ιδρύθηκε το 1986- κατηγορήθηκε άδικα ότι διατηρεί δεσμούς με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν και τους Ταλιμπάν, μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Αντιθέτως, χαίρει σεβασμού χάρη στις μετριοπαθείς θέσεις της. Οι ιδρυτές μάλιστα της σχολής αυτής πρωτοστάτησαν στην εξέγερση των σεπάι, το 1857, ενάντια στη βρετανική αυτοκρατορία(5).

Οι μουφτήδες πήραν κι άλλες πρωτοβουλίες προκειμένου να δηλώσουν την άρνησή τους στη βία: Με την παρακίνηση της Τζαμιάτ Ουλεμά-ε-Χιντ (JUH), μιας οργάνωσης που συνδέεται με την Ντέομπαντ και που αριθμεί 10 εκατομμύρια μέλη, το «τρένο της ειρήνης» μετέφερε, στις 2 Νοεμβρίου του 2008, περισσότερους από έξι χιλιάδες μουφτήδες για τη Χιντεραμπάντ, όπου διοργανωνόταν διάσκεψη ενάντια στην τρομοκρατία. Μια νέα φάτουα (εμπνευσμένη από αυτήν του Ντάρουλ Ουλούμ), η οποία απαγόρευε τη βία στο όνομα του Ισλάμ και επικυρώθηκε εκεί, ενώ εκατό χιλιάδες άτομα συγκεντρώθηκαν για να παρακολουθήσουν τη βραδιά λήξης.

  • Κίνηση ενσωμάτωσης

Ο Μαουλάνα Μαχμούντ Μαντάνι, αρχηγός του JUH και μέλος του Ράτζγια Σάμπα (Rajya Sabha), του ανώτερου Νομοθετικού Συμβουλίου της ινδικής Βουλής, επέστησε την προσοχή στον ρόλο της «εθνικής ενσωμάτωσης ως απαραίτητου πλαισίου για κάθε συζήτηση». Νωρίτερα, η Μαντάνι είχε αναγνωρίσει ότι το JUH πρέπει να προσπαθήσει ακόμη περισσότερο προκειμένου να προσεγγίσει τη δυσαρεστημένη νεολαία και να της καταστήσει σαφές ότι «η τρομοκρατία δεν μπορεί να είναι η τζιχάντ».

Παρόλο που η επιρροή των μουλάδων της Ντέομπαντ είναι σημαντική στους θρησκευτικούς κύκλους και τους φτωχούς πληθυσμούς, παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη στους νέους. Πολλοί μουσουλμάνοι διαμαρτύρονται ότι οι μουφτήδες δεν προώθησαν επισταμένα τις μεταρρυθμίσεις του Personal Law, του Κώδικα Ατομικής Κατάστασης, που επιτρέπει να εφαρμόζεται ο ισλαμικός νόμος σε όλες τις οικογενειακές υποθέσεις (διαζύγιο, γάμος, κληρονομιά…)(6). Πολλές γυναίκες επίσης απαιτούν αλλαγές, καθώς οι διαδικασίες διαζυγίου, για παράδειγμα, προωθούνται συχνά μονομερώς από τους άντρες.

Υπάρχουν δύο ακόμη ομάδες, που συχνά συνδέονται με τον εξτρεμισμό: η Ταμπλίγκι Τζαμάατ και η Τζαμάατ-ε-Ισλάμι (JIH). Η πρώτη, η οποία συχνά κατηγορείται για φονταμενταλισμό στο εξωτερικό, εμφανίζεται στην Ινδία ως ένα καθαρά θρησκευτικό κίνημα, που αδιαφορεί παντελώς για την πολιτική. Η δεύτερη ομάδα έχει ισχυρή παρουσία στα κυριότερα μέσα ενημέρωσης και μεγάλη φήμη μεταξύ των ισλαμιστών. Τελευταία, μάλιστα, άμβλυνε τη ρητορική της, παρόλο που οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι (όπως αυτοί της Ντέομπαντ) θεωρούν κάθε μορφή πολιτικού Ισλάμ ως απειλή. Γι’ αυτό και η JIH αποκλείστηκε από τις κοινές μουσουλμανικές πρωτοβουλίες του 2008 ενάντια στην τρομοκρατία.

Τον Οκτώβριο, συνέταξε τη δική της δήλωση ενάντια στις βιαιότητες και έναν μήνα αργότερα έστειλε δύο καραβάνια ειρήνης σε όλη τη χώρα για να «καταπολεμήσει την τρομοκρατία». Στο μεταξύ, στην Κεράλα έκανε την εμφάνισή του ένα κίνημα πιο ριζοσπαστικό από το JIH, το Εθνικό Δημοκρατικό Μέτωπο (National Democratic Front), το οποίο πρεσβεύει τον ένοπλο αγώνα ενάντια στους ινδουιστές εθνικιστές.

Ο πραγματικός κίνδυνος έρχεται από τη μιζέρια και το αίσθημα αδικίας που κυριαρχεί στην κοινότητα. Πράγματι, η πλειοψηφία των 154 εκατομμυρίων μουσουλμάνων -13,4% του συνολικού πληθυσμού, και συνεπώς η βασική μειονότητα στην Ινδία- έμειναν στο περιθώριο του «ινδικού θαύματος» που τόσο έχει εγκωμιαστεί. Σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής, υπό την προεδρία του υπουργού Δικαιοσύνης Ρατζέντρα Σάσαρ(7), οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί «υπολείπονται στους περισσότερους δείκτες της ανθρώπινης ανάπτυξης». Η έκθεση χρονολογείται από το 2006 και διενεργήθηκε κατ’ εντολή της κυβέρνησης. Καμία, όμως, από τις συστάσεις της δεν εφαρμόστηκε.

Με βάση, λοιπόν, τα επίσημα στοιχεία, οι μουσουλμάνοι τοποθετούνται στο ίδιο επίπεδο με τις χαμηλές ινδουιστικές κάστες και τους ντάλιτ – ενίοτε και χαμηλότερα. Η δυστυχία αυτή καθίσταται ολοφάνερη στη μουσουλμανική παραγκούπολη του Γκολιμπάρ, ανατολικά της Βομβάης, όπου ο πληθυσμός ζει μέσα σε μικροσκοπικές κατοικίες, των οποίων ο πρώτος όροφος είναι προσβάσιμος μόνο με σκαλωσιά. Ωστόσο, εκεί μπορεί να συναντήσει κανείς σωματεία ενοικιαστών και αυτοσχέδια εξωτερικά ιατρεία που προσφέρουν εμβόλια (συμπεριλαμβανομένων και των εμβολίων ενάντια στον τύφο και την ηπατίτιδα Β). Ακόμη και μαθήματα αγγλικών μπορεί να παρακολουθήσει κάποιος στον δρόμο («χωριστά για τους άνδρες και τις γυναίκες»).

Ο πληθυσμός φαίνεται φιλόξενος, σε αντίθεση με αυτόν του Μάχιμ Ουέστ, στα περίχωρα του ιερού του Μπάμπα Μαχντούμ. Εδώ η φτώχεια μοιάζει βαθύτερη και οι νέοι λιγότερο ευγενικοί. Παρόλο που η συνοικία δεν μπορεί να θεωρηθεί παραγκούπολη, είναι πιο βρόμικη από το Γκολιμπάρ.

Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είναι επίσης λιγότερο μορφωμένοι – πάντα σύμφωνα με τα συμπεράσματα της επιτροπής Σάσαρ. Το ένα τέταρτο των ατόμων ηλικίας 6-14 ετών δεν έχουν φοιτήσει ποτέ σε σχολείο ή το έχουν εγκαταλείψει. Το ποσοστό αναλφαβητισμού της κοινότητας βρίσκεται στο 59% (έναντι 65% σε εθνικό επίπεδο). Παρόντες μόνο σε ποσοστό 4% στα μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα, οι μουσουλμάνοι δεν κατέχουν παρά το 5% των θέσεων στη δημόσια διοίκηση.

Πολλοί ασκούν χειρωνακτικά επαγγέλματα (οι ινδουιστές είναι κυρίως έμποροι), η παγκοσμιοποίηση όμως δυσχεραίνει τις δραστηριότητές τους. Το γεγονός ότι κατορθώνουν να ανέρχονται κοινωνικά οφείλεται κυρίως στα ιδιαίτερα «χαρίσματα» που έχουν στη μουσική, τον κινηματογράφο ή τον αθλητισμό, όπως, για παράδειγμα, ο Γιουσούφ Πατάν, παίκτης του κρίκετ στην εθνική ομάδα, γιος ενός μουλά, ή ακόμη και η Σάνια Μίζρα, η μοναδική Ινδή τενίστρια που έχει συμμετάσχει σε τουρνουά του Γκραντ Σλαμ(8). Ομως, ακόμη και στη διάσημη ηθοποιό Σαμπάνα Αζμι, η οποία αγωνίζεται για το δικαίωμα στη στέγη, αρνήθηκαν το δικαίωμα να αγοράσει το σπίτι της επιλογής της σε συνοικία της Βομβάης.

  • Δίπλα δίπλα, αλλά χωριστά

Το ίδιο επιβεβαιώνει και η Χουμέρα Αχμέντ, διευθύντρια των ταχυδρομικών υπηρεσιών της πόλης, μια μουσουλμάνα με επικριτική στάση απέναντι στις ομόθρησκές της. Θεωρεί τους ινδουιστές ανεκτικούς και τους μουσουλμάνους απόλυτους, «όχι μόνο στη θρησκεία τους, αλλά και στον τρόπο της ζωής τους». Αναγνωρίζει επίσης ότι οι μουσουλμάνοι υποφέρουν από διακρίσεις: «Σήμερα, δεν θα μπορούσα πια να επιστρέψω στην πολυκατοικία όπου έζησα επί 25 χρόνια και η οποία ανήκει σε ινδουιστές. Η κοινωνική μου θέση, όμως, και το γεγονός ότι ζω σε μια κοσμοπολίτικη πόλη μού προσφέρουν τη δυνατότητα να ξεφεύγω από το κοινοτικό «κουτί»».

Ινδουίστρια δημοσιογράφος, η Σόμα Σοντούρι συνοψίζει με εξαιρετικό τρόπο το πρόβλημα: «Οι κοινότητές μας ζούσαν πάντοτε σε γκέτο, συναντιούνται όμως σε κάθε τομέα της πολιτικής ζωής. Οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται εμπορικά μεταξύ τους. Ζουν χωριστά, πάντα όμως δίπλα – δίπλα. Η ισορροπία αυτή απειλείται». Η οικογένεια Σιντίκι αποτελεί παράδειγμα της εξέλιξης αυτής: Κατοικούσε στην πιο γνωστή μουσουλμανική συνοικία του Δελχί, στην Τζάμια Ναγκάρ, η οποία συγκέντρωνε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Δίπλα στις όμορφες βίλες αποικιακού στιλ με κήπο και στα συγκροτήματα άνετων διαμερισμάτων ξεδιπλώνεται ένας λαβύρινθος από βρόμικα μονοπάτια που φιλοξενούν μεγάλο αριθμό απόκληρων του Αλλάχ.

Ο Ομπάιντ Σιντίκι αισθανόταν για καιρό άνετα. Τα πράγματα, όμως, έγιναν περίπλοκα: η γυναίκα του είναι σιχ που ασκεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα, και η κόρη τους ανατράφηκε σύμφωνα με τις αρχές της ίδιας θρησκείας. Γι’ αυτό, παρά τις δύο ώρες μετακίνησης μέσα στο μποτιλιάρισμα και παρά την έντονη μόλυνση, η οικογένεια μετακόμισε σε μια πόλη-δορυφόρο όπου είναι δυνατο να περάσει κανείς απαρατήρητος. «Εχουμε σοφέρ και συνηθίσαμε να κάνουμε αυτή τη διαδρομή καθημερινά», εξηγούν.

Στο Βαϊσάλι, κοντά στην πόλη Γκαζιαμπάντ, μερικά χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Ουτάρ Πραντές, υπάρχουν πολλά καταστήματα Pizza Hut και McDonald’s, και κατά τη διάρκεια του Ντιουάλι (η ινδουιστική Πρωτοχρονιά), η πόλη ξεχειλίζει από γιρλάντες, λουλούδια, φώτα και μουσική, πλημμυρίζοντας από κόσμο που την επισκέπτεται. Αλλά οι άνθρωποι διστάζουν να προχωρήσουν σε αγορές, αφού η ανάμνηση των επιθέσεων που συντάραξαν τη χώρα το 2008 παραμένει έντονη. Προφυλαγμένη από φράχτη, η πολυκατοικία των Σιντίκι είναι μάλλον σικάτη (παρόλο που το ασανσέρ δεν μοιάζει ασφαλές). Εχει πισίνα και γυμναστήριο. Μόνο δύο οικογένειες στις εβδομήντα πέντε είναι μουσουλμανικές.

Πώς μπορεί να εξηγήσει κανείς τη σημερινή δυστυχία; Οπωσδήποτε το μίσος παραμένει βαθιά ριζωμένο σε αυτούς που έζησαν, το 1947, το πλήγμα της διαίρεσης, την ανεξαρτησία και τη μετακίνηση πληθυσμών(9) στη χώρα. Από τη δεκαετία του 1920, με την άνοδο στην εξουσία της Εθνικής Οργάνωσης Εθελοντών (Rashtriya Swayamsevak Sangh -RSS)(10), η ινδουιστική δεξιά είχε ήδη ξεκινήσει να προωθεί την έννοια του ινδουιστικού ράστρα («έθνος»), το ένδοξο παρελθόν του οποίου διακόπηκε από τη βασιλεία των Μογγόλων.

Η εθνικιστική πολιτική του Λαϊκού Κόμματος της Ινδίας και των συμμάχων του, όμως, επεδίωξε, από τη δεκαετία του ’80, να περιθωριοποιήσει τη μουσουλμανική κοινότητα. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η ινδουιστική διασπορά στις ΗΠΑ και αλλού συμβάλλει γενναιόδωρα στην προώθηση αυτών των στόχων. Σύμφωνα με τη δημοσιογράφο Σοντούρι, «οι άνθρωποι βλέπουν τη διάσπαση μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων σαν μια γραμμή πολιτισμικού χάσματος. Για ένα διάστημα οι ιδρυτές [Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι και Τζαουαχαρλάλ Νεχρού] το περιόρισαν με την ευγενή ρητορεία τους περί δημοκρατίας».

Τα χρόνια, όμως, που ακολούθησαν την ανεξαρτησία έφεραν μόνο «βίαια επεισόδια», μεταξύ αυτών και τη δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι στις 30 Ιανουαρίου 1948, από ινδουιστή ακτιβιστή. Επειτα, στη δεκαετία του ’80, η ινδουιστική δεξιά «απέκτησε κάποια δόξα τη στιγμή που το Κόμμα του Κογκρέσου (που βρισκόταν τότε στην εξουσία) έχανε τη δική του. Το 1992, η κατεδάφιση του τεμένους Μπάμπρι, στην πόλη Αγιόντια, έπληξε τον πληθυσμό και ξεσήκωσε κύμα βίας σε ολόκληρη την Ινδία(11). Δέκα χρόνια αργότερα, ξέσπασαν εξεγέρσεις στην Γκουτζαράτ. Η διαμάχη του Κασμίρ ενίσχυσε τους φόβους: το BJP κατηγόρησε τους μουσουλμάνους ότι έχει συμμαχήσει με το Πακιστάν. Και η Ινδία, στο σύνολό της, συμφώνησε».

Προκαλώντας το θάνατο περίπου δύο χιλιάδων ατόμων(12), οι εξεγέρσεις του 2002 έμειναν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη. Οι βίαιες ενέργειες ενορχηστρώθηκαν από τους ινδουιστές εθνικιστές, μέχρι την υψηλότερη βαθμίδα του κράτους – και κυρίως τον πρωθυπουργό του Γκουτζαράτ, Ναρέντα Μόντι, που ασκεί ακόμα την εξουσία με τη συνενοχή της αστυνομίας. Δημοσιεύματα στον τύπο κατέδειξαν ότι η δίωξη των μουσουλμάνων ήταν προμελετημένη.

Οι ένοχοι όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν αλλά και πολλές οικογένειες εξακολουθούν να μην έχουν λάβει την άδεια να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Η Σόφι Χαν, ιδρύτρια της μη κυβερνητικής οργάνωσης Safar, διευκρινίζει ότι ακόμη και σήμερα, μόνο σε ό,τι αφορά τις γυναίκες, υπολογίζονται σε 150.000 όσες έχουν μετακινηθεί εξαιτίας της πολιτικής διακρίσεων της αστυνομίας. Η πόλη του Αχμενταμπάντ, με τα 4,5 εκατ. κατοίκους της (σύμφωνα με την απογραφή του 2001), γνωρίζει οικονομική άνθηση. Ινδουιστές και μουσουλμάνοι, όμως, συνυπάρχουν δύσκολα. Οι τελευταίοι, δε, συγκεντρώνονται σε ορισμένες συνοικίες, όπως, για παράδειγμα, στην Τζουχαπούρα στα δυτικά της πόλης, ένα πελώριο γκέτο τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ατόμων, φτωχών – και μάλιστα πάμπτωχων στην πλειονότητά τους ανεξαρτήτως φυλής.

Υπάρχει, πλέον, ο φόβος μήπως ένα τέτοιο ρήγμα μεταξύ των κοινοτήτων διευρυνθεί σε όλη τη χώρα. Βέβαια, το Λαϊκό Κόμμα προβάλλει την έννοια του soft hindutva (μετριοπαθής ινδουιστής) σε αντίθεση με το εξτρεμιστικό κίνημα από το οποίο εμπνέεται, την Εθνική Οργάνωση Εθελοντών – γεγονός που του επέτρεψε να επιχειρήσει ένα άνοιγμα. Στην πραγματικότητα, «οι ιθύνοντες του κόμματος καλλιέργησαν κλίμα φόβου. Και το πρόβλημα προέρχεται από τις μεσαίες ινδουιστικές τάξεις και τους διανοούμενους. Μιλάμε όλοι – αλλά δεν θα ψηφίσουμε», συνεχίζει η Σοντούρι. Στην Ινδία είναι πράγματι οι φτωχοί που ψηφίζουν μαζικά, ενώ οι ανώτερες τάξεις παραμένουν απαθείς. Προκειμένου να δικαιολογήσει το μίσος που τρέφει για τους μουσουλμάνους, το Λαϊκό Κόμμα διαστρεβλώνει την ιστορία και «ξεχνά» ότι οι άραβες έμποροι έφτασαν στις ακτές του Μαλαμπάρ (Κεράλα) τον 7ο αιώνα.

  • Μουσουλμάνοι στο ιερό

Ετσι ρίζωσε ο ισλαμισμός στη χώρα. Αγιοι και ιερά μοιράστηκαν στους τόπους προσκυνήματος σούφι(13), αποτελώντας τον πλούσιο πολιτισμό συγκρητισμού της Ινδίας, που διαρκεί μέχρι σήμερα. Οπως, για παράδειγμα, στο Μερόλι, νότια του Νέου Δελχί, στο ιερό του Χαζράτ Χουάτζα Κουτμπουντίν Βαχτιγιάρ, το οποίο είναι στολισμένο με κίτρινα λουλούδια, όπως συμβαίνει πάντα σε περιόδους γιορτής. Ο Ντασαμουίβ Βέρνα, ένας ηλικιωμένος ινδουιστής από τη μεσαία τάξη, γνωρίζει καλά το μέρος: Σύχναζε εκεί καθημερινά, επί είκοσι έξι χρόνια, αλλά τώρα πια έρχεται μόνο τέσσερεις φορές την εβδομάδα. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ορισμένοι φτωχοί που συγκεντρώνονται μέσα στο ιερό ήταν πάντοτε «λίγο – πολύ» μουσουλμάνοι…

Στο εξωτερικό, άντρες που φορούν το παραδοσιακό καπέλο σούφι είναι καθισμένοι και τραγουδούν υπνωτιστικά καουάλι (παραδοσιακή μουσική σούφι) με τη συνοδεία οργάνων όπως ο ταμπλάς ή το ντόλακ (τύμπανο). Η ατμόσφαιρα είναι βαριά από το λιβάνι. Στην έξοδο, ο μουλάς με διαβεβαιώνει ότι όλοι οι φτωχοί του Μερόλι, όποια κι αν είναι η θρησκεία τους, πηγαίνουν εκεί για τρόφιμα. Αποτρέπει, μάλιστα, έναν καβγά μεταξύ δύο αντρών που φιλονικούν για την είσπραξη από τη φύλαξη των παπουτσιών που αφήνουν συνήθως οι προσκυνητές στην είσοδο.

Εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, το Νταράβι, η μεγαλύτερη παραγκούπολη της Βομβάης (ορισμένοι λένε της Ασίας), φιλοξενεί τουλάχιστον ένα εκατομμύριο κατοίκους. Σε ορισμένες από τις συνοικίες της, οι μουσουλμάνοι ζουν δίπλα δίπλα με τους ινδουιστές. Στο εσωτερικό της αυτόνομης «πόλης» που αποτελείται από λαβυρινθώδη περάσματα και μικροσκοπικά μαγαζάκια, άτομα διαφορετικών θρησκειών εργάζονται στις ίδιες βιοτεχνίες, γεγονός που δεν εμπόδισε όμως τις δολοφονικές εξεγέρσεις το 1993. Εκτοτε, η συμβίωση μοιάζει ήρεμη. Στην Κεράλα, επίσης, οι δύο κοινότητες συνυπάρχουν χωρίς εμφανή προβλήματα. Πολλοί μουσουλμάνοι επιδιώκουν να έχουν πλέον γνώμη για την πορεία των εθνικών θεμάτων.

Λίγους μήνες από τις εθνικές προθεσμίες, αναθεωρούν τις επιλογές τους. Αφού το Κόμμα του Κογκρέσου δεν ανταποκρίθηκε στις δεσμεύσεις του, πρέπει, άραγε, αυτοί να συνάψουν νέες συμμαχίες με τα τοπικά κόμματα; Τοπικά μουσουλμανικά κόμματα υπάρχουν στην Κεράλα και στο Τζαμού-Κασμίρ, καθώς και στην Αντρα Πραντές, όπου ασκούν την εξουσία στο Χιντεραμπάντ, την πρωτεύουσά της (40% μουσουλμάνοι). Στην Ουτάρ Πραντές, συμμάχησαν με τους ντάλιτ του Λαϊκού Κόμματος της Μειοψηφίας επιτυχώς. Θα προχωρήσουν, άραγε;

* Η WENDY KRISTIANASEN είναι δημοσιογράφος στο Λονδίνο.

(1). Σ.τ.Ε.: Στις 26-11-08, τρομοκράτες πραγματοποίησαν συντονισμένες επιθέσεις σε τουλάχιστον 8 πολυσύχναστα σημεία της Βομβάης, μεταξύ των οποίων ένας σιδηροδρομικός σταθμός, μια υπαίθρια αγορά, νοσοκομεία, ένα αστυνομικό τμήμα, το καφέ-εστιατόριο «Λέοπολντ» (το γνωστότερο ίσως τουριστικό στέκι) και τα ξενοδοχεία πέντε αστέρων «Ταζ Μαχάλ» και «Ομπερόι». Στα ξενοδοχεία, εκτέλεσαν όσους κατείχαν αμερικανικά και βρετανικά διαβατήρια και κράτησαν ομήρους για 48 ώρες. Ο τραγικός απολογισμός ήταν σχεδόν 168 νεκροί και 300 τραυματίες.

(2). Muslims for Secular Democracy, http://www.mfsd.org

(3). Για την επίθεση στη Μαλεγκαόν θεωρούνται ύποπτοι ινδουιστές εξτρεμιστές. Μεταξύ αυτών ένας sadhu και μία sadhvi («αυτοί που απαρνούνται τον σύγχρονο τρόπο ζωής»), ένας αντισυνταγματάρχης των ινδικών μυστικών υπηρεσιών και ένας απόστρατος.

(4). Αποσπάσματα υπάρχουν στη διεύθυνση http://www.mfsd.org/ fatwaenglish.htm. Βλ. και ένθετο.

(5). Βλ. William Dalrymphe, «Le Dernier Moghol, Noir sur blanc», Λοζάνη, 2008, και «Πριν από εκατόν πενήντα χρόνια, η εξέγερση των σεπάι», «Le Monde Diplomatique», Αύγουστος 2007.

Σ.τ.Μ.: σεπάι: ινδοί στρατιώτες στην υπηρεσία των βρετανικών αρχών τον 19ο αιώνα.

(6). Το Personal Law θεσπίστηκε από τους Βρετανούς και επικυρώθηκε το 1947.

(7). «Social, economic and educational status of the muslims of India», κυβέρνηση της Ινδίας, Νοέμβριος 2006.

(8). Σ.τ.Ε.: Grand Slam: Τα τέσσερα μεγάλα τουρνουά τένις, το Australian Open, το Ρολάν Γκαρός (Γαλλία), το Ουίμπλεντον (Αγγλία) και το US Open.

(9). Η διαίρεση του εδάφους που κατείχαν οι Βρετανοί, σε Πακιστάν και Ινδία, στις 15 Αυγούστου του 1947, προκάλεσε μια τεράστια έξοδο. Δεκαπέντε εκατομμύρια άνθρωποι διέσχισαν τα σύνορα και από τις δύο κατευθύνσεις και πάνω από τρία εκατομμύρια πέθαναν. Βλ. Kuldip Nayar και Asif Noorani, «Tales of Two Cities», Roli Books, Νέο Δελχί, 2008, και Salman Rushdie, «Τα παιδιά του μεσονυκτίου», Ψυχογιός, Αθήνα, 2001.

(10). Το RSS απαγορεύτηκε μετά τη δολοφονική επίθεση στον Γκάντι από ένα μέλος του.

(11). Το τζαμί του Αγιόντια κατεδαφίστηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1992 από ινδουιστές εθνικιστές που επιθυμούσαν να κατασκευάσουν στη θέση του έναν ναό. Το γεγονός ξεσήκωσε κύμα βίας χωρίς προηγούμενο μεταξύ των κοινοτήτων.

(12). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των μη κυβερνητικών οργανώσεων, όπως η Citizens for Justice and Peace, http://www.cjponline.org

(13). Σ.τ.Ε.: Με τον όρο σούφι εννοούμε τις πρώτες ασκητικές κοινότητες του Ισλάμ, οι οποίες εγκατέλειψαν τα εγκόσμια, πρεσβεύοντας ότι το ανθρώπινο πεπρωμένο εξαρτάται από την ανεξιχνίαστη βούληση του Θεού. Σε αυτές τις κοινότητες επικράτησε το στοιχείο του μυστικισμού.

Οι κάστες και οι κοινωνικά μολυσμένοι

Οι κάστες είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της ινδουιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με το οποίο ο λαός χωρίζεται σε διάφορες ομάδες (τις κάστες) και η κοινωνική κατάσταση καθενός ορίζεται από την κάστα στην οποία γεννήθηκε και η οποία τον ακολουθεί από τη γέννηση έως το θάνατό του.

Το όνομα της κάστας αποτελεί μέρος του επωνύμου του.

Η λέξη «κάστα» που σημαίνει «γένος-καταγωγή», δεν είναι ινδική. Χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά τον 16ο αιώνα από τους πρώτους πορτογάλους εμπόρους που έφτασαν στις Ινδίες. Στις Ινδίες, η λέξη που χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τον κοινωνικό διαχωρισμό δεν είναι κάστα αλλά «βάρνα».

Ιεραρχικά, η ανώτερη τάξη είναι η κάστα των κληρικών (Βραχμάνοι), έπονται οι πολεμιστές (Κσατρίγια), οι έμποροι (Βασίγια) και οι εργάτες (Σούντρα). Ο κοινωνικός διαχωρισμός των Ινδών εδράζεται στο κληρονομικό κριτήριο. Οσοι γεννήθηκαν έξω από το σύστημα των τεσσάρων βάρνα ονομάζονται «Ανέγγιχτοι» (ντάλιτ) και αποτελούν την πιο περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα που θεωρείται μιαρή. Αν κάποιος ντάλιτ (περίπου 170 εκατ.) αγγίξει κάποιον από ανώτερη κάστα, ο τελευταίος πιστεύει ότι έχει μολυνθεί και υπόκειται σε μια σειρά από τελετουργίες προκειμένου να εξαγνιστεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι ντάλιτ να πέφτουν θύματα κοινωνικού αποκλεισμού, εκμετάλλευσης, βίας και αδικίας. Οι ντάλιτ έχουν επίσης περιορισμένη πρόσβαση σε εδάφη, στην εργασία, την εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη. Παρά το γεγονός ότι το σύστημα ταυτίζεται με τον ινδουισμό, ακολουθείται και από άλλες θρησκείες, όπως η μουσουλμανική και η χριστιανική. Παρόλο που το ινδικό σύνταγμα απαγορεύει τη διάκριση με βάση κριτήρια κάστας -και αυτό λίγο πολύ τηρείται στις μεγάλες πόλεις- στην περιφέρεια είναι ακόμα σεβαστό.

Οι φυλές των μουσουλμάνων

Η Ινδία είναι η τρίτη μεγαλύτερη μουσουλμανική χώρα στον κόσμο, με πρώτες την Ινδονησία και το Πακιστάν.

Οι σουνίτες αποτελούν την πλειονότητα. Τα μεγαλύτερα ρεύματα είναι:

* Οι Ντεομπάντι του Κέντρου Ισλαμικών Σπουδών Ντάρουλ Ουλούμ στο Ντέομπαντ (Ουτάρ Πραντές). Είναι υποστηρικτές του ινδικού συστήματος της κοσμικής δημοκρατίας, μετριοπαθείς, η διδασκαλία τους ακολουθείται και έξω από την Ινδία. Οι δεσμοί τους με την οργάνωση Τζαμιάτ Ουλέμα-ε-Χίντ (Jamiat Ulema-e-Hind – JUH), την «Οργάνωση Ινδών Δασκάλων», τους επιτρέπει να έχουν κοινωνικές και πολιτικές διασυνδέσεις.

* Οι Μπαρέλβι, από το όνομα της πόλης Μπαρέιγ (Ουτάρ Πραντές). Είναι ενεργοί στην Ινδία, το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν και ακολουθούν τις μυστικιστικές πρακτικές σούφι. Πολλές μουσουλμανικές οργανώσεις δεν τους θεωρούν «ορθόδοξους».

* Οι σαλαφιστές του Τζεμιάτ Αλ-ε-Χαντίθ (Jamiat Ahl-e-Hadeeth) βρίσκονται κοντά στο παραδοσιακό ισλάμ της Σαουδικής Αραβίας. Αντίθετα με άλλους σαλαφιστές (σουνίτες που ακολουθούν πιστά τη διδασκαλία του Μωάμεθ και των πρώτων του μαθητών) στον κόσμο, οι οπαδοί του θεωρούνται προοδευτικοί.

* Το Ταμπλίγκι Τζαμάατ (Tablighi Jamaat) είναι μια μικρότερη αποστολική οργάνωση, προσκολλημένη στο δόγμα και τη θρησκευτική αγνότητα. Στο εξωτερικό συχνά κατηγορείται για φονταμενταλισμό.

* Το Τζαμάατ-ε-Ισλάμι Χιντ (Jamaat-e-Islami Hind – JIH) είναι ο ινδικός βραχίονας της οργάνωσης που ίδρυσε ο Αμπούλ Αλά Μοντούτι στη Λαχόρη (που σήμερα βρίσκεται στο Πακιστάν) στις 26-8-1941. Εχει λίγα μέλη (περίπου 25.000) αλλά μεγάλη επιρροή. Ενέπνευσε πιο ακραίες οργανώσεις όπως το Φοιτητικό Ισλαμικό Κίνημα της Ινδίας (Students Islamic Movement of India), το οποίο σήμερα είναι παράνομο.

Η μειονότητα των σιιτών μουσουλμάνων χωρίζεται και αυτή σε δύο κατηγορίες:

* Οι ισμαηλινοί, που ακολουθούν τον Αγά Χαν και αποτελούν μια ενωμένη, προοδευτική και ευημερούσα κοινότητα με μεγάλη διασπορά σε ολόκληρο τον κόσμο.

* Οι Νταούντι Μπόρας (Dawoodi Bohras), παραδοσιακά έμποροι, συχνά πλούσιοι, ζουν χώρια από τους άλλους μουσουλμάνους. Ακολουθούν τις αυστηρές αρχές του εμίρη τους που βρίσκεται στη Βομβάη.

Ο υδάτινος πύργος της Βαβυλώνας

  • Η εξάντληση των πηγών μεταλλάσσει και τη «διπλωματία του Τίγρη και του Ευφράτη» μεταξύ Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ

Τα ελάφια που ποτίζονται κοντά στις πηγές του ποταμού Τίγρη στην Τουρκία, δεν γνωρίζουν φυσικά τίποτε για τις διπλωματικές εντάσεις που έχουν γεννήσει κατά καιρούς τα νερά του, όπως και τα νερά του «ξαδέλφου» του, Ευφράτη. Η υποχώρηση των εδαφών εξαιτίας της κατακράτησης ιζημάτων από τα φράγματα αναγκάζει την Τουρκία, τη Συρία και το Ιράκ, που βρέχονται από τις όχθες των δύο ποταμών, να συνεργαστούν (RΕUΤΕRS)
  • Τα τελευταία 80 χρόνια, τα νερά του Τίγρη και του Ευφράτη αποτελούν σημείο τριβής μεταξύ της Τουρκίας, της Συρίας και του Ιράκ που μοιράζονται την περιοχή της αρχαίας Μεσοποταμίας. Οι τρεις χώρες έχουν βρεθεί πολλές φορές στα πρόθυρα ένοπλης σύρραξης με αφορμή τη διαχείριση των υδάτινων όγκων, στοιχείο ζωτικής σημασίας για την οικονομική τους ανάπτυξη. Η Τουρκία βρίσκεται στην πλέον προνομιακή θέση καθώς έχει την τύχη να βρίσκονται στο έδαφός της οι πηγές και των δύο ποταμών οι οποίοι στη συνέχεια διά μέσου του Ιράκ και της Συρίας εκβάλλουν στον Περσικό Κόλπο.
  • Τη δεκαετία του 1970, πολλές ήταν οι φορές που η Συρία και το Ιράκ απέφυγαν την τελευταία στιγμή τη σύγκρουση καθώς η πρώτη κατασκεύαζε εκείνη την εποχή τα πρώτα φράγματα στον Ευφράτη. Τα επόμενα χρόνια η Τουρκία προκάλεσε πολλές φορές την οργή της Συρίας διακόπτοντας τη φυσική ροή του ποταμού προκειμένου να γεμίσει την τεχνητή λίμνη που τροφοδοτείται από το φράγμα Ατατούρκ. Το φράγμα αποτελεί το σημαντικότερο έργο του Σχεδίου για τη Νοτιοανατολική Ανατολία. Ενα ολοκληρωμένο σχέδιο αποτελούμενο από 22 συνολικά φράγματα τα οποία διασφαλίζουν την αδιάκοπη άρδευση της περιοχής αλλά και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο το νερό χρησιμοποιήθηκε ακόμη και ως μοχλός πίεσης για αμιγώς πολιτικούς σκοπούς. Ετσι η Τουρκία συνήθιζε ως το 1999 να «κλείνει τις στρόφιγγες» του νερού προς τη Συρία ως αντίποινα στην προστασία που παρείχε η χώρα στον κούρδο ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν.
  • Τα δεδομένα έχουν αλλάξει από τότε λόγω της όξυνσης του προβλήματος και των επιπτώσεών του που γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς. Αυτό διαπιστώνει και ο πρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου για το νερό. «Πριν από τρία χρόνια συγκέντρωσα τους αντιπροσώπους των τριών χωρών σε μια αίθουσα στο Μεξικό για να τους υποχρεώσω να συζητήσουν» θυμίζει ο κ. Λόΐκ Φοσόν. «Σήμερα τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα» ομολογεί ο ίδιος. «Στόχος μας είναι να χρησιμοποιούμε και να μοιραζόμαστε το νερό ισότιμα» δήλωσε πρόσφατα ο τούρκος υπουργός Περιβάλλοντος Βεϊσέλ Ερόγλου.
  • Oπως επισημαίνουν ειδικοί περιβαλλοντικών οργανώσεων της Τουρκίας, το πιο ανησυχητικό φαινόμενο είναι η αποσάθρωση και η υποχώρηση των εδαφών εξαιτίας της κατακράτησης των ιζημάτων από τα φράγματα. «Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι λιγότερο γόνιμες και περισσότερο βρώμικες» διαπιστώνει ο Γκιουβέν Εκέν, πρόεδρος της οργάνωσης Doga Dernegi. Ο ίδιος εξηγεί ότι τα ιζηματογενή φορτία που μεταφέρονται από τα ποτάμια συμβάλλουν τόσο στη γονιμότητα όσο και στον φυσικό καθαρισμό των εδαφών από άλλες προσμείξεις. Το όφελος από το συνέδριο που πραγματοποιείται αυτές τις ημέρες στην Κωνσταντινούπολη πιθανόν να είναι η σύναψη μιας νέας τριμερούς συμφωνίας, έναν χρόνο μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια να ιδρυθεί ένα Ινστιτούτο για το νερό.

ΤΗΣ GΑΕLLΕ DUΡΟΝΤ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Να μπει τέλος στη δράση της Μαφίας, ζήτησαν χιλιάδες Ιταλοί στη Νάπολη

  • Χιλιάδες Ιταλοί κατέβηκαν το Σάββατο στους δρόμους της Νάπολης, σε μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις κατά της Μαφίας, αποτίοντας σιωπηλά φόρο τιμής στα θύματα και την ίδια στιγμή υψώνοντας τη φωνή τους για να μπει ένα τέλος στην καταδυνάστευση της νότιας Ιταλίας από το οργανωμένο έγκλημα.
  • Σύμφωνα με στοιχεία της αστυνομίας, οι συγκεντρωθέντες ξεπέρασαν τις 100 χιλιάδες κι ήταν αυτή η μεγαλύτερη από τις κινητοποιήσεις που γίνονται κάθε χρόνο την πρώτη μέρα της άνοιξης. Από τα μεγάφωνα ακούστηκαν ονόματα θυμάτων της μαφίας ενώ συγγενείς τους κρατούσαν λουλούδια στη μνήμη των περίπου 900 ατόμων που έχουν χάσει με αυτό τον τρόπο τη ζωή τους στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Τόσο η παραδοσιακή σικελιάνικη Μαφία όσο και η Καμόρα, η οργάνωσή της με έδρα τη Νάπολη, «μπορούν να ηττηθούν», είπε μιλώντας στους διαδηλωτές ο πρόεδρος της περιοχής της Καμπανίας, που τόνισε ότι η μαφία «δεν είναι αιώνια». Ζήτησε ωστόσο να διατεθούν περισσότεροι πόροι για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος, τονίζοντας ότι το κλειδί στον αγώνα κατά της μαφίας πρέπει να είναι η συνέχεια. «Πρέπει να αγωνιζόμαστε 365 μέρες τον χρόνο» είπε, αν και δεν ήταν λίγοι εκείνοι από τους διαδηλωτές που δήλωσαν σε ξένα πρακτορεία ότι δεν είναι ιδιαιτέρως αισιόδοξοι για το μέλλον. [Κ. ΤΖ. (Πηγές: BBC, Repubblica), ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 23/03/2009]

Φινι(το) καβαλιέρε


Ο Τζανφράνκο Φίνι έκλεισε την Εθνική Συμμαχία, τη μετονόμασε «Λαό των Ελευθεριών» και τη συγχώνευσε με το «Φόρτσα Ιτάλια», του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τον οποίο φιλοδοξεί να διαδεχθεί… (φωτ. Reuters)
  • ΔΙΕΛΥΣΕ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΤΟΥ, «ΣΥΓΧΩΝΕΥΤΗΚΕ» ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΕΡΛΟΥΣΚΟΝΙ
    • Η Εθνική Συμμαχία (Α.Ν.) απέθανε. Ζήτω ο Λαός των Ελευθεριών. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη γέννησή της, η μεταφασιστική Εθνική Συμμαχία του Τζανφράνκο Φίνι διαλύθηκε, για να συγχωνευτεί με το δεξιό κυβερνών κόμμα Φόρτσα Ιτάλια, του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, και με νέο όνομα: Λαός των Ελευθεριών (PDL).
    • Συγκινημένος ο 57χρονος Φίνι, από το βήμα του τελευταίου συνεδρίου της Α.Ν. το Σαββατοκύριακο ευχαρίστησε όλους όσοι το υποστήριξαν όλα αυτά τα χρόνια και υποσχέθηκε να στηρίξει τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι ως μοναδικό ηγέτη του PDL. Αλλά, «ακόμα και ο Μπερλουσκόνι ξέρει ότι μια ισχυρή και αναγνωρισμένη ηγεσία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει εικονολατρία».

    Εξυπνος παίκτης…

    • Η Α.Ν. ήταν σύμμαχος του καβαλιέρε από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και στις τελευταίες εκλογές ο Φίνι, έξυπνα σκεπτόμενος, κατέβηκε μαζί του με ενιαία λίστα, βοηθώντας τον να σαρώσει και να κερδίσει μια τρίτη θητεία. Η Α.Ν. πήρε τέσσερα υπουργεία και ο Φίνι έγινε πρόεδρος της Βουλής. Στο μεσοδιάστημα, η Α.Ν. πήρε ακόμα μια νίκη με την εκλογή του Τζάνι Αλεμάνο στη δημαρχία της Ρώμης.
    • Σύμφωνα με πολιτικούς σχολιαστές ο Φίνι, δεχόμενος να μπει κάτω από την ομπρέλα του νέου κόμματος, του οποίου το ιδρυτικό συνέδριο θα γίνει στη Ρώμη από τις 27 ώς τις 29 Μαρτίου, θέτει ουσιαστικά υποψηφιότητα για την ηγεσία όταν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, σήμερα 72 ετών, αποφασίσει να αποχωρήσει.
    • Ο Φίνι, που κάποτε είχε αποκαλέσει το Μουσολίνι ως το μεγαλύτερο ηγέτη του 20ού αιώνα, δούλεψε πολύ τα τελευταία χρόνια για να αποτινάξει ο ίδιος και το κόμμα τα χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν σε φασιστική ιδεολογία. Αποκάλεσε τους νόμους του Μουσολίνι κατά των Εβραίων «επονείδιστη σελίδα της ιστορίας» και σχετικά πρόσφατα έκανε κριτική στην κυβέρνηση για τη σκληρή πολιτική της έναντι των παράνομων μεταναστών. [Ε.ΒΑΤ. (Πηγές: http://www.ansa.it, Γαλλικό, Ρόιτερς), ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 23/03/2009]