AFP, A. P., Reuters
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένεται η σημερινή ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα στη φημισμένη στρατιωτική ακαδημία του Γουέστ Πόιντ, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Αμερικανός πρόεδρος θα ανακοινώσει, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, την αποστολή σημαντικών ενισχύσεων στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με τις διαρροές αξιωματούχων του Λευκού Οίκου στα μέσα ενημέρωσης, η δύναμη των ενισχύσεων θα ανέρχεται μεταξύ 30.000 και 34.000 επιπλέον στρατιωτών. Επίσης, ο κ. Ομπάμα θα ζητήσει, κατά πάσα πιθανότητα, από τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους των ΗΠΑ να συνδράμουν και εκείνοι στην πολεμική προσπάθεια με την αποστολή επιπλέον στρατευμάτων. Στο κάλεσμά του έχει ήδη ανταποκριθεί το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς ο Γκόρντον Μπράουν επιβεβαίωσε χθες ότι θα προστεθούν 500 ακόμη στρατιώτες στη βρετανική δύναμη των 9.000 που έχει αναπτυχθεί στο Αφγανιστάν. Ανάλογες προθέσεις φέρεται να έχουν η Πολωνία και η ΠΓΔΜ. Εντούτοις, τα περισσότερα από τα υπόλοιπα κράτη–μέλη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας τηρούν στάση αναμονής, ενόψει και της σημερινής ανακοίνωσης των αποφάσεων του κ. Ομπάμα, για τις οποίες ο πρόεδρος ενημέρωσε χθες τους Ευρωπαίους ηγέτες.
Πάντως, το σχέδιο του Λευκού Οίκου συναντά αντιδράσεις ακόμη και στους κόλπους του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος. Ενα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα είναι η χρηματοδότηση του πολέμου, ο οποίος έχει ήδη στοιχίσει σχεδόν 800 δισεκατομμύρια δολάρια στους Αμερικανούς φορολογούμενους. Μάλιστα, έχουν ξεκινήσει συζητήσεις για το ενδεχόμενο επιβολής ειδικού φόρου στους πιο εύπορους Αμερικανούς, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή κονδυλίων προς το Αφγανιστάν. Επίσης, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές και βουλευτές που υπογραμμίζουν το διαρκώς αυξανόμενο κόστος σε ανθρώπινες ζωές και διερωτώνται για πόσο ακόμη θα συνεχιστεί η «αιμορραγία» του αμερικανικού στρατού.
Δεκεμβρίου 1, 2009
Νοεμβρίου 29, 2009
Αφγανιστάν: οι τρεις επιλογές του Ομπάμα
Εντός της εβδομάδας οι αποφάσεις
The New York Times
Εάν ο Μπαράκ Ομπάμα ικανοποιήσει το αίτημα του διοικητή των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, στρατηγού Στάνλεϊ Μακρίσταλ, για την αποστολή ενισχύσεων 40.000 ανδρών, τότε ο αμερικανικός στρατός θα έχει την ευελιξία και τη δυνατότητα να διαθέσει επιπλέον 15.000 στρατιώτες στις νότιες περιοχές της χώρας, όπου βρίσκεται και το προπύργιο των Ταλιμπάν, 5.000 ακόμη στην κρίσιμη περιοχή των συνόρων με το Πακιστάν, καθώς και 10.000 εκπαιδευτές για τα αφγανικά Σώματα Ασφαλείας. Οι υπόλοιποι θα μπορούσαν να διαμοιραστούν σε μονάδες σε ολόκληρη την αφγανική επικράτεια, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Καμπούλ, αλλά και να επιφορτιστούν με την εκτέλεση μυστικών επιχειρήσεων.
Εάν όμως ο κ. Ομπάμα επιλέξει να στείλει μόλις 10.000 έως 15.000 στρατιώτες, τότε ο στρατηγός Μακρίσταλ αναγκαστικά θα τους χρησιμοποιήσει κυρίως ως εκπαιδευτές, ενώ θα στείλει και περιορισμένες ενισχύσεις στην επαρχία Κανταχάρ, πνευματικό και επιχειρησιακό κέντρο των Ταλιμπάν. Στη γειτονική επαρχία Χελμάντ, όπου παράγονται μεγάλες ποσότητες οπίου, δεν θα αναπτυχθούν νέες δυνάμεις και το ίδιο ισχύει και για τη μεθόριο με το Πακιστάν. Τα υπέρ και τα κατά της κάθε ενδεχόμενης κίνησης μελετήθηκαν ενδελεχώς από τον κ. Ομπάμα και το επιτελείο του και οι σχετικές αποφάσεις θα ανακοινωθούν αυτήν την εβδομάδα. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ενώ τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αναμένεται να μονοπωλήσει ο αριθμός των στρατιωτών που θα σταλούν, αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι το πώς θα χρησιμοποιηθούν οι ενισχύσεις.
Στις επόμενες αράδες του κειμένου, παρατίθεται μια αρχική εκτίμηση της κατανομής δυνάμεων, ανάλογα με τον αριθμό των ενισχύσεων. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε συζητήσεις και αναλύσεις ανώτερων αξιωματούχων του Πενταγώνου και της Αμερικανικής κυβέρνησης.
- Επιλογές
Στα τέλη του περασμένου Σεπτεμβρίου, ο στρατηγός Μακρίσταλ παρουσίασε στο Πεντάγωνο τρεις επιλογές για την ενίσχυση των 68.000 Αμερικανών που ήδη έχουν αναπτυχθεί στο Αφγανιστάν: το πρώτο σενάριο προέβλεπε 80.000 επιπλέον στρατιώτες, το δεύτερο 40.000 επιπλέον και το τρίτο 10.000 με 15.000. Ο Λευκός Οίκος αμέσως απέρριψε την επιλογή των 80.000 και διασαφήνισε ότι ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός που μελετάται είναι οι 40.000.
Αν προκριθεί λοιπόν αυτή η επιλογή, τότε η βασική προτεραιότητα του Μακρίσταλ θα είναι να διαθέσει γύρω στους 10.000 άνδρες στην επαρχία Κανταχάρ, η οποία συνορεύει με το Πακιστάν. Η πόλη της Κανταχάρ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στο Αφγανιστάν μετά την πρωτεύουσα Καμπούλ. Στην περιοχή βρίσκονται αυτή τη στιγμή 3.200 Αμερικανοί στρατιώτες και 1.600 Καναδοί. Οι Ταλιμπάν ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας και ενίοτε πολιορκούν και την πρωτεύουσα. «Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουμε αυτή τη στιγμή αρκετούς στρατιώτες για τον έλεγχο της Κανταχάρ», σημειώνει ο Κίμπερλι Κίγκαν, πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολεμικών Μελετών (Institute for the Study of War), ο οποίος εργάστηκε και ως σύμβουλος του Μακρίσταλ το περασμένο καλοκαίρι. Αν, με τη βοήθεια των επιπλέον στρατιωτών, οι Αμερικανοί θέσουν υπό τον έλεγχό τους την Κανταχάρ, η οποία είναι και το προπύργιο των Ταλιμπάν στη χώρα, θα πρόκειται αναμφίβολα για μεγάλη στρατηγική επιτυχία και σοβαρό πλήγμα στο ηθικό του εχθρού.
Περίπου 5.000 επιπλέον άνδρες από τις ενισχύσεις των 40.000 θα σταλούν στην επαρχία Χελμάντ, όπου παράγονται και οι μεγαλύτερες ποσότητες οπίου στο Αφγανιστάν. Η εμπορία οπίου αποτελεί βασική πηγή εσόδων για τους εξτρεμιστές, ενώ η εμπέδωση κλίματος ασφάλειας στη Χελμάντ θεωρείται μείζονος σημασίας για τον άμαχο πληθυσμό, αφού στην εύφορη κοιλάδα της καλλιεργούνται τα περισσότερα τρόφιμα που καταναλώνονται στη χώρα. Στη Χελμάντ βρίσκονται ήδη 4.000 πεζοναύτες, οι οποίοι όμως δεν έχουν καταφέρει να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα προπύργια των ανταρτών στα νότια και τα κεντρικά της επαρχίας.
Επίσης, 5.000 στρατιώτες θα αναπτυχθούν, εφόσον φυσικά είναι διαθέσιμοι, στις επαρχίες Πακτικά, Πάκτια και Κοστ, οι οποίες συνορεύουν με τις ημιαυτόνομες ορεινές επαρχίες του Πακιστάν (το Βόρειο και το Νότιο Βαζιριστάν). Οι συγκεκριμένες πακιστανικές επαρχίες έχουν μετατραπεί σε καταφύγιο για την ηγεσία της Αλ Κάιντα. «Οσες δυνάμεις και να στείλει ο Λευκός Οίκος, το σίγουρο είναι ότι ο κύριος όγκος τους θα πάει στο νότιο και το ανατολικό Αφγανιστάν. Στις κεντρικές και βόρειες περιοχές της χώρας, όπου τα πράγματα είναι πιο ήσυχα, θα γίνει οικονομία δυνάμεων», δήλωσε ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του. Τέλος, γύρω στις 10.000 Αμερικανοί στρατιώτες θα αναλάβουν την εκπαίδευση Αφγανών συναδέλφων τους.
Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το σχέδιο δράσης που έχουν κατά νουν ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς, η υπουργός Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ναύαρχος Μάικλ Μιούλεν. Σε περίπτωση που ο κ. Ομπάμα αποφασίσει να στείλει μεταξύ 30.000 και 40.000 ανδρών, τότε αντί για 10.000 εκπαιδευτές, θα διατεθούν 5.000, ενώ λιγότεροι θα είναι και εκείνοι που θα αναπτυχθούν στις υπόλοιπες επαρχίες της χώρας, πέραν της Χελμάντ και της Κανταχάρ. Με άλλα λόγια, οι προσπάθειες εναντίον των Ταλιμπάν θα επικεντρωθούν στον Νότο, όπου βρίσκεται και ο κύριος όγκος των μαχητών τους.
Σύμφωνα με ανώτερους αξιωματικούς του στρατού, ανεξαρτήτως του αριθμού των Αμερικανών στρατιωτών που θα διατεθούν στο Αφγανιστάν, οι περισσότεροι εξ αυτών θα επιχειρούν μαζί με τις αφγανικές ένοπλες δυνάμεις. Θα διαμένουν στις ίδιες στρατιωτικές βάσεις, θα ζουν μαζί, θα εργάζονται μαζί και θα πολεμούν μαζί. Μόνο οι θάλαμοι που θα κοιμούνται και τα εστιατόριά τους θα είναι ξεχωριστά.
- Τα «μικρά» σενάρια
- 20.000 στρατιώτες
Εάν ο κ. Ομπάμα αποφασίσει να στείλει μόνο 20.000 στρατιώτες, τότε, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, δεν θα υπάρχουν διαθέσιμοι στρατιώτες για το υπόλοιπο της χώρας, πέραν του Νότου. Επίσης, οι ενισχύσεις για ορισμένες περιοχές της Χελμάντ –αν υπάρξουν– θα είναι ελάχιστες. Η συγκεκριμένη επιλογή θα σημαίνει ότι ο κ. Ομπάμα περιμένει τη συνδρομή και των υπόλοιπων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ (αυτή τη στιγμή, υπάρχουν 35.000 στρατιώτες του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν). Οι περισσότερες αμερικανικές ενισχύσεις θα διατεθούν για την εκπαίδευση των Αφγανών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της κυβέρνησης, οι 30.000 επιπλέον στρατιώτες θα στοιχίσουν περίπου 25 με 30 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο στον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ οι 20.000 επιπλέον στρατιώτες θα στοιχίσουν 21 δισεκατομμύρια δολάρια.
- 10.000 με 15.000 στρατιώτες
Ο συγκεκριμένος αριθμός αποτελεί εισήγηση του Αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν. Οι ενισχύσεις αυτές θα αρκούν μόνο για την επιτάχυνση της εκπαίδευσης του αφγανικού στρατού, ενώ θα αυξηθούν οι επιχειρήσεις των ειδικών δυνάμεων με στόχο την εξόντωση της ηγεσίας της Αλ Κάιντα. Επίσης, θα γίνουν πιο συχνοί βομβαρδισμοί στις ημιαυτόνομες περιοχές του Πακιστάν με μη επανδρωμένα αμερικανικά αεροσκάφη.
Η στρατηγική Μπάιντεν στο Αφγανιστάν
Tου David Ignatius – Aρθρογράφου της Washington Post
Εν αναμονή των ανακοινώσεων του Μπαράκ Ομπάμα περί Αφγανιστάν, η στιγμή προσφέρεται για διερεύνηση του ρόλου που έχει διαδραματίσει ο Τζο Μπάιντεν. Η ιδιότητα του σκεπτικιστή στα ενδότερα της κυβέρνησης, του «επικεφαλής αμφισβητία», όπως το έθεσε ένας εκ του στενού περιβάλλοντος, αναδείχθηκε στη διάρκεια της αναθεώρησης του πολιτικού σχεδιασμού.
Ο Μπάιντεν υπήρξε η αιχμή του δόρατος κατά την αμφισβήτηση ορισμένων πτυχών της στρατηγικής του στρατηγού Στάνλεϊ Μακ Κρίσταλ, καθώς λένε κάποιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι, που μετείχαν στην αναθεώρηση. Ηταν εξαιρετικά διστακτικός στο θέμα της αποστολής επιπλέον στρατευμάτων, όταν η κυβέρνηση ανακοίνωσε την αρχική εκδοχή της στρατηγικής της, τον περασμένο Μάρτιο. Καθώς οι μήνες περνούσαν, πολλοί άλλοι συμμερίστηκαν τους δισταγμούς τους, κυρίως ο πρόεδρος.
Οι ερωτήσεις του Μπάιντεν ενίοτε εξόργιζαν τους θιασώτες της στρατιωτικής «ενδυνάμωσης» – αξιωματούχος περιγράφει την όλη διαδικασία των συζητήσεων σαν γρονθοκόπημα. Υπήρξε καθυστέρηση εβδομάδων. Ομως κυβερνητικοί αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι η αναθεώρηση, μακρόσυρτη και οδυνηρή καθώς ήταν, θα αποδώσει πολιτική για το Αφγανιστάν ανθεκτική στην κριτική της κοινής γνώμης.
Ο πρόεδρος Ομπάμα επεξεργάζεται ακόμη τις τελευταίες λεπτομέρειες και κάποιος από τους συνεργάτες περιγράφει τη λεπτή και ευαίσθητη ισορροπία σαν «51/49». Αξιωματούχοι προβλέπουν ότι ο πρόεδρος θα αποφασίσει την αποστολή επιπλέον στρατευμάτων, πιθανώς όχι τους 40.000 στρατιώτες που ζητεί ο Μακ Κρίσταλ, για να διασφαλίσει κέντρα με μεγάλο πληθυσμό στο Αφγανιστάν. Η προεδρική υποστήριξη προς την αποστολή θα είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας, έτσι όπως έχει προτρέψει ο Μπάιντεν.
Ο αντιπρόεδρος κατάφερε, αντί της επ’ αόριστον εμπλοκής, να επιβάλει μια πολιτική που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ατελέσφορη ακόμη και στα μάτια των πλέον ένθερμων υποστηρικτών του. Παρά ταύτα ο πρόεδρος Ομπάμα φαίνεται να αποδέχθηκε το αίτημα του Μπάιντεν για «τεκμηρίωση του δόγματος», προκειμένου να δοκιμαστεί εμπράκτως η στρατηγική στις πυκνοκατοικημένες περιοχές του Αφγανιστάν, εκεί όπου απεστάλησαν εφέτος στρατιωτικές ενισχύσεις. Δεν είναι σαφώς καθορισμένα τα χρονικά όρια του πειράματος αυτού, πιθανότατα όμως η διάρκεια θα είναι μικρότερη της πενταετίας ή τριετίας που έχουν ζητήσει οι Αμερικανοί διοικητές.
Λέγεται ότι ο πρόεδρος είναι βέβαιος για τη δυνατότητα του αμερικανικού στρατού να φέρει εις πέρας το καθαρώς στρατιωτικό σκέλος της «εκκαθάρισης και περιφρούρησης» περιοχών, όχι και τόσο βέβαιος όμως για τη «φάση της οικοδόμησης και μεταβίβασης», όταν δηλαδή οι Αφγανοί θα αναλάβουν τον έλεγχο των εκκαθαρισμένων και ασφαλών περιοχών. Τότε ο Ομπάμα θα μπορέσει να διαπιστώσει στην πράξη εάν είναι εφικτή η «ενδυνάμωση», όχι στον στρατιωτικό τομέα, αλλά σε επίπεδο πολιτικής προστασίας και βοήθειας. Εάν ο πρόεδρος Καρζάι είναι σε θέση να καταπολεμήσει τη διαφθορά και να βελτιώσει τον τρόπο διακυβέρνησης. Εάν, τέλος, οι αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας θα έχουν επαρκή εκπαίδευση, ώστε να αναλάβουν πλήρως την ευθύνη της τήρησης της τάξεως.
Οι Αμερικανοί διοικητές δεν αμφισβητούν την ανάγκη δοκιμής της στρατηγικής επί του πεδίου. Εχουν ήδη αρχίσει τους πειραματισμούς, την οργάνωση μεθόδων διακυβέρνησης και την εκπόνηση αναπτυξιακών προγραμμάτων, καθώς επίσης την ενθάρρυνση των ελεγχόμενων από τις φυλές δυνάμεων. Αυτή η συγκεκριμένη τακτική της δοκιμής επί του πεδίου λειτούργησε στο Ιράκ, αλλά μόνον όταν συνοδευόταν από επαρκή στρατιωτική ισχύ, επισημαίνουν οι διοικητές.
Ο Μπάιντεν και άλλοι δύσπιστοι εστίασαν, καθώς λέγεται, την προσοχή τους σε ορισμένα αδύνατα σημεία της στρατηγικής του Μακ Κρίσταλ. Κατ’ αρχήν στη σχέση μεταξύ Ταλιμπάν και Αλ Κάιντα. Η στρατιωτική πλευρά ισχυρίστηκε ότι οι επιτυχίες των μεν θα οδηγήσουν σε ανασυγκρότηση της οργάνωσης. Οι πλέον επιφυλακτικοί πιστεύουν, όμως, ότι οι περισσότεροι διοικητές των Ταλιμπάν, μολονότι αντιμάχονται τα αμερικανικά στρατεύματα, δεν θέλουν να συνταχθούν στο πλευρό της Αλ Κάιντα και να εμπλακούν στον ιερό της πόλεμο.
Αλλο αδύνατο σημείο είναι η σχέση ανάμεσα στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Οι θιασώτες της μεγάλης ενίσχυσης των στρατευμάτων ισχυρίζονται ότι έτσι το Πακιστάν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στην εξέγερση των Ταλιμπάν στο εσωτερικό του. Οι επικριτές, όμως, αντιτείνουν ότι η κατάσταση είναι συγκεχυμένη. Σίγουρα οι Πακιστανοί δεν επιθυμούν την αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν, ανησυχούν όμως, μήπως με την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη γείτονα χώρα, οι Ταλιμπάν επιστρέψουν στο πακιστανικό έδαφος.
Τρίτο αδύνατο σημείο είναι η συγκρότηση αφγανικού στρατού και αστυνομίας, δυναμικότητας 400.000 ανδρών. Στο σχέδιό του ο Μακ Κρίσταλ προτείνει υπερδιπλασιασμό των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας. Αλλά οι επικριτές θεωρούν εκτός πραγματικότητας τις εκτιμήσεις περί στρατολόγησης και αποτελεσματικότητας και καθώς φαίνεται έπεισαν τον πρόεδρο Ομπάμα. Κατά πάσα πιθανότητα στο οριστικό κείμενο περί στρατηγικής στο Αφγανιστάν, δεν θα αναφέρεται η ακριβής εκτίμηση περί του συνόλου των στρατιωτικών δυνάμεων.
Ο Μπάιντεν και άλλοι εφιστούν την προσοχή στον δυνάμει φαύλο κύκλο της διαρκούς κλιμάκωσης στο Αφγανιστάν. Αυτοί ζητούν από τον αμερικανικό στρατό να εδραιωθεί στα σημεία ανάπτυξής του και να αποδείξει την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής. Ο Μπάιντεν, παρά τις αντιρρήσεις του, μοιάζει να αποδέχεται την αποστολή ενισχύσεων περιορισμένης κλίμακας, διότι η αμερικανική στρατιωτική δύναμη αυτή τη στιγμή δεν επαρκεί για τη διατήρηση των κεκτημένων. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009]
Νοεμβρίου 8, 2009
Νόθος αλλά δικός τους
- Ας υποθέσουμε ότι σε μια χώρα, π.χ. το Ιράν, τη Συρία ή τη Βενεζουέλα, ο πρόεδρος εκλέγεται μέσα σε ένα όργιο νοθείας, που καταδικάζεται ακόμη και από τον συνήθως άτολμο ΟΗΕ.
Η χώρα αυτή επίσης παράγει το 90% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηρωίνης και οι ναρκοβαρόνοι κατέχουν κορυφαίες θέσεις στον κυβερνητικό σχηματισμό.
Ο αδελφός του προέδρου-δικτάτορα είναι μεγαλέμπορος ναρκωτικών και ιθύνων νους της εκλογικής νοθείας. Στην περιφέρειά του βρίσκονται στις κάλπες… 1,5 εκατ. ψήφοι περισσότερες από τον πληθυσμό. Οι δύο αντιπρόεδροι της νέας κυβέρνησης είναι άνθη του κακού. Ο ένας κατηγορείται από αμερικανικές κυβερνητικές υπηρεσίες ως ναρκοβαρόνος και ο άλλος, ως εγκληματίας πολέμου, υπεύθυνος για τη μαζική εκτέλεση χιλιάδων αιχμαλώτων. Τι λέτε;
Η αποκαλούμενη διεθνής κοινότητα έχει βομβαρδίσει πολλές άλλες χώρες για πταίσματα, ενώ οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα την εκλογική νοθεία, το έλλειμμα δημοκρατίας, τους εγκληματίες πολέμου για να ανατρέψουν τον Νοριέγκα, τον Μιλόσεβιτς, τον Σεβαρντνάντζε, τον Σαντάμ. Στην περίπτωση του Αφγανιστάν, όμως, ο Χαμίντ Καρζάι, που συγκεντρώνει μόνος του όλες τις «αρετές» των προηγούμενων, υποστηρίζεται από τον Δημοκρατικό και νομπελίστα ειρήνης, Μπαράκ Ομπάμα.
Αν σε στρατιωτικό επίπεδο αμερικανοί και βρετανοί στρατηγοί έχουν ήδη ομολογήσει ότι δεν υπάρχει ελπίδα νίκης στο Αφγανιστάν, σε πολιτικό επίπεδο, η υποστήριξη Καρζάι από την Ουάσιγκτον νομιμοποιεί την αντίσταση των Ταλιμπάν, που αποκτούν πλέον κάθε ηθικό πλεονέκτημα.
Οι Ταλιμπάν ανήκουν στη φυλή των Παστούν, που αποτελεί και την πλειονότητα στο φυλετικό μωσαϊκό του Αφγανιστάν. Εδώ και αιώνες εξουσίαζαν τον Νότο και την πρωτεύουσα Καμπούλ και κυριαρχούσαν πάνω στις μειονοτικές φυλές του Βορρά, τους Ουζμπέκους, τους Τατζίκους και τους Χαζάρους. Ο αγώνας τους κατά των Αμερικανών δεν έχει κυρίως, ή μόνο, θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Είναι βασικά αγώνας μιας φυλής που προσπαθεί να υπερασπιστεί τη γη της, τον ζωτικό της χώρο.
Κλειδί οι Παστούν
Χωρίς τη συμμετοχή των Παστούν στην εξουσία, δεν μπορεί να υπάρξει καμία σταθερότητα στη χώρα. Το πρόβλημα είναι κυρίως πολιτικό, όχι στρατιωτικό. Οι Αμερικανοί στηρίζουν την παρουσία τους στο Αφγανιστάν πάνω στη συμμαχία τους με τις φυλές του Βορρά και το «μαύρο πρόβατο» των Παστούν, τον Χαμίντ Καρζάι, που δεν έχει καμία σημαντική επιρροή στους ομοεθενείς του. Είναι μόνος, πολιτικά απομονωμένος και παράνομα εκλεγμένος.
Οι ΗΠΑ χρίζουν τον πρόεδρο της αρεσκείας τους στο Αφγανιστάν, με τον ίδιο κυνισμό που κάποτε ο έλληνας μονάρχης μπορούσε να διορίσει πρωθυπουργό τον κηπουρό του. Βέβαια, από την εποχή που ο Καλιγούλας αναγόρευε σε συγκλητικό το άλογό του, έχει σημειωθεί μια κάποια πρόοδος.
Σε όσα κράτη ωστόσο οι Αμερικανοί στήριξαν εξόφθαλμα αντιδημοκρατικές κυβερνήσεις, το μόνο που κατάφεραν μακροπρόθεσμα ήταν να σαρωθούν από τη λαϊκή θέληση και να κυριαρχήσει η αντιπολίτευση.
Η αμερικανική διπλωματία είναι εγκλωβισμένη σε ένα φοβικό σύνδρομο απέναντι στο μαχητικό Ισλάμ. Υποστηρίζει, ιδίως στον μουσουλμανικό κόσμο, αυταρχικά, αντιδημοκρατικά, σεξιστικά και πολύ διεφθαρμένα καθεστώτα. Είναι το ίδιο δίλημμα που αντιμετώπισαν στην Αλγερία, όπου η ισλαμική αντιπολίτευση ήταν πλειοψηφία, αλλά στο τέλος μίλησαν βεβαίως τα όπλα της «Δημοκρατίας».
Ομως, κι όταν κάποιες πολιτικές δυνάμεις καταφέρουν να περάσουν τις Συμπληγάδες και πάρουν καθαρή νίκη με αδιάβλητες διαδικασίες, πάλι υπάρχει θέμα.
Με ποιο επιχείρημα μπορεί τώρα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να μην αναγνωρίζει -ούτε καν να συνομιλεί- με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις των Παλαιστινίων στη Γάζα ή της Χεζμπολά στον Λίβανο και ταυτόχρονα να φέρει το πολιτικό στίγμα του Αφγανιστάν;
Ο Καρζάι θα έχει το ίδιο τέλος με εκείνο των δοτών κυβερνήσεων του Νοτίου Βιετνάμ, αν δεν προλάβουν να τον κρεμάσουν ευνουχισμένο σε κοινή θέα οι αντάρτες, όπως έγινε και με τη μαριονέτα των Ρώσων, τον αφγανό πρόεδρο Νατζιμπουλά.
- Του ΝΙΚΟΥ ΖΗΡΓΑΝΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009
Οκτωβρίου 24, 2009
Απρόθυμοι οι Ευρωπαίοι για το Αφγανιστάν
- Οι συνεχείς πολύνεκρες επιθέσεις των Ταλιμπάν αυξάνουν την ένταση στο Πακιστάν
Ενώ το Πακιστάν συνεχίζει να αιμορραγεί από τις εντεινόμενες επιθέσεις των Ταλιμπάν, οι υπουργοί Αμυνας του ΝΑΤΟ δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένες αποφάσεις κατά τη χθεσινή τους σύνοδο, στην Μπρατισλάβα, αναφορικά με τον οκταετή πόλεμο στο Αφγανιστάν, περιμένοντας τις οριστικές αποφάσεις του Μπαράκ Ομπάμα. Οι υπουργοί Αμυνας αρκετών ευρωπαϊκών χωρών εμφανίστηκαν απρόθυμοι να στείλουν πρόσθετες στρατιωτικές δυνάμεις. Υπέρ της αύξησης της διεθνούς στρατιωτικής δύναμης τάχθηκαν ο επικεφαλής της αποστολής του ΟΗΕ στο Αφγανιστάν, Κάι Εϊντε, και ο διοικητής των αμερικανικών δυνάμεων, στρατηγός Μακρίσταλ. Στο μεταξύ, συνεχίζονται οι επιχειρήσεις του πακιστανικού στρατού εναντίον Ταλιμπάν στην περιοχή του Ουαζιριστάν, ενώ δύο επιθέσεις αυτοκτονίας των εξτρεμιστών άφησαν πίσω τους τουλάχιστον 25 νεκρούς.
Την απροθυμία τους να στείλουν επιπλέον στρατεύματα στο Αφγανιστάν προτού αποσαφηνιστεί το εσωτερικό πολιτικό τοπίο στη σπαρασσόμενη χώρα και λάβει τις οριστικές του αποφάσεις ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα εξέφρασαν εκπρόσωποι ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ κατά τη σύνοδο υπουργών Αμυνας της Συμμαχίας στην Μπρατισλάβα.
Ο Γερμανός υπουργός Αμυνας Φραντς Γιόζεφ Γιουνγκ εξέφρασε την εκτίμηση ότι η χώρα του δεν θα αυξήσει τα στρατεύματά της στο Αφγανιστάν τον προσεχή Δεκέμβριο, όταν το Κοινοβούλιο θα κληθεί να ανανεώσει την παρουσία της υπάρχουσας δύναμης, που αριθμεί 4.200 άνδρες. Από την πλευρά του, ο Ολλανδός υπουργός Αμυνας, Ελμερτ Βαν Μίντελκπουπ, δήλωσε ότι η χώρα του αναμένει τα τελικά αποτελέσματα των εκλογών στο Αφγανιστάν «γιατί τίθεται εν αμφιβόλω η νομιμοποίηση της αφγανικής κυβέρνησης», ύστερα από την ακύρωση της εκλογής Καρζάι από τον πρώτο γύρο των εκλογών λόγω νοθείας. Οι επαναληπτικές εκλογές έχουν καθοριστεί για τις 7 Νοεμβρίου.
Επιπλέον, ο Ολλανδός αξιωματούχος δήλωσε ότι «οι περισσότερες χώρες (του ΝΑΤΟ) αναμένουν τις αμερικανικές αποφάσεις επί του θέματος». Ο Ομπάμα έχει δηλώσει ότι θα λάβει τις τελικές αποφάσεις για την αύξηση ή μη των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν προ της 7ης Νοεμβρίου, όπως αποσαφήνισε την Τετάρτη.
Στο ίδιο μήκος κύματος με τον Ολλανδό υπουργό Αμυνας κινήθηκε ο Δανός ομόλογός του, Σέρεν Γκάντε.
Αίσθηση προκάλεσε η ασυνήθιστη παρουσία, στη σύνοδο της Μπρατισλάβα, του Αμερικανού διοικητή στο Αφγανιστάν, στρατηγού Στάνλεϊ Μακρίσταλ, ο οποίος αιτιολόγησε στους υπουργούς του ΝΑΤΟ τις προτάσεις του για αύξηση των αμερικανικών δυνάμεων. Ο Αμερικανός στρατηγός προκάλεσε αντιδράσεις στις ΗΠΑ για την υπέρβαση της ιεραρχίας με τη δημόσια επιχειρηματολογία του υπέρ της αύξησης των αμερικανικών στρατευμάτων προτού λάβει τις αποφάσεις του ο πρόεδρος της χώρας.
Οκτωβρίου 15, 2009
Στέλνει στρατό στα μουλωχτά
- ΟΜΠΑΜΑ ΕΝΕΚΡΙΝΕ ΣΙΩΠΗΡΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΕΠΙΠΛΕΟΝ 13.000 ΑΝΔΡΩΝ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ
Χιλιάδες άνδρες μονάδων υποστήριξης στέλνει σιωπηρώς στο Αφγανιστάν (πλέον των 21.000 που έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα στείλει) ο πρόεδρος Ομπάμα, ενώ ο Αφγανός πρόεδρος Καρζάι υποστηρίζει πλήρως την αύξηση των αμερικανικών δυνάμεων που ζήτησε ο στρατηγός Μακ Κρίσταλ, διοικητής των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στα αφγανικά εδάφη.
Δυνάμεις υποστήριξης -μηχανικοί, ιατρικό προσωπικό, ειδικοί στη στρατιωτική κατασκοπία και άνδρες της στρατιωτικής αστυνομίας- είναι οι 13.000 που έχουν πάρει «φύλλο πορείας» για το Αφγανιστάν, όπως αποκάλυψε η εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ». Ετσι, πλέον ο Ομπάμα επί συνόλου έχει εγκρίνει την αποστολή 34.000 ανδρών (φωτ. Reuters)
Η εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ» αποκάλυψε ότι ο Ομπάμα ενέκρινε σιωπηρά την αποστολή 13.000 ανδρών στο Αφγανιστάν (πέραν των όσων είχε τον Μάρτιο ανακοινώσει ότι θα στείλει) και την άρχισε ήδη. Κυρίως είναι δυνάμεις υποστήριξης, στις οποίες περιλαμβάνονται μηχανικοί, ιατρικό προσωπικό, ειδικοί σε θέματα πληροφοριών (στρατιωτική κατασκοπία) και στρατιωτική αστυνομία. Με την αποστολή τους δεν ασχολήθηκαν ούτε το Πεντάγωνο ούτε ο Λευκός Οίκος, οι οποίοι προτιμούν να αναγγέλλουν την αποστολή μάχιμων μονάδων.
Η ανάπτυξη αυτών των δυνάμεων σημαίνει ότι ο Ομπάμα έχει εγκρίνει πλέον την αποστολή 34.000 ανδρών και ότι όταν σταλούν οι δυνάμεις όλες, η ανάπτυξη του αμερικανικού στρατού στις πολεμικές ζώνες του Ιράκ και του Αφγανιστάν θα είναι μεγαλύτερη από ό,τι ήταν όταν ο πρώην πρόεδρος Μπους διέταξε την αύξηση των δυνάμεων στο Ιράκ, για να καταστείλει την εξέγερση, με βάση τα σχέδια του στρατηγού Πετρέους.
- Υπερδιπλάσιος στρατός
Η εφημερίδα έγραψε ότι τελικώς ο ανώτατος αριθμός στρατιωτών στο Αφγανιστάν αναμένεται να φτάσει τις 68.000, υπερδιπλάσιος του αριθμού επί προεδρίας Μπους. Η ανάπτυξη αυτών των δυνάμεων δείχνει, κατά την εφημερίδα, ότι απαιτείται πολύ μεγάλος αριθμός δυνάμεων υποστήριξης, πλέον των μάχιμων δυνάμεων, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των διοικητών. Υπογραμμίζει επίσης πόσο πολύ πιέζονται πια οι αμερικανικές δυνάμεις, με αποτέλεσμα να τίθενται πρακτικά ζητήματα για το κατά πόσο μπορούν πλέον στρατός και πεζοναύτες να ανταποκριθούν σε τυχόν αίτημα του Μακ Κρίσταλ.
Στρατιωτικοί αναλυτές αναφέρουν ότι συνήθως απαιτείται να αναπτυχθούν χιλιάδες άνδρες δυνάμεων υποστήριξης για κάθε μάχιμη ταξιαρχία περίπου 4.000 ανδρών. Αυτό όμως με τη σειρά του ενισχύει την πίεση των δυνάμεων, εν μέρει διότι οι δυνάμεις υποστήριξης έχουν πάρα πολύ μεγάλη ζήτηση στον στρατό και είναι απαραίτητες και σε μεγάλες ποσότητες στο Ιράκ. Που σημαίνει ότι ακόμα και όταν αποσύρονται οι μάχιμες δυνάμεις, όπως τώρα από το Ιράκ, παραμένουν οι δυνάμεις υποστήριξης.
- Στρατός – δώρο για τον Καρζάι
Πάντως η αύξηση δυνάμεων στο Αφγανιστάν είναι καλοδεχούμενη από τον πρόεδρο της χώρας. Ο Χαμίντ Καρζάι δήλωσε ότι υποστηρίζει το αίτημα του στρατηγού Μακ Κρίσταλ για αύξηση των δυνάμεων έως και 40.000 άνδρες μέχρι του χρόνου. «Τον υποστηρίζω πλήρως για όλα όσα ζητεί στην έκθεσή του», δήλωσε χθες ο Καρζάι, επειδή, είπε, θεωρεί πως ό,τι κάνει ο Πετρέους αφορά την ασφάλεια και την προστασία του Αφγανιστάν και των κατοίκων του. *
- Του ΘΟΔΩΡΗ Γ. ΚΑΝΕΛΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009
Οκτωβρίου 8, 2009
Βρετανία: πολιτικά «πυρά» για τον πόλεμο
Οι διαφωνίες για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν είναι έντονες και στη Βρετανία, όπου η κυβέρνηση συγκρούστηκε χθες με τον πρώην αρχηγό του βρετανικού στρατού, ενώ πάνω από τους μισούς κατοίκους της χώρας είναι αντίθετοι με τον πόλεμο.
Η εφημερίδα «Τάιμς» έγραψε χθες ότι ο απόστρατος (παραιτήθηκε τον Αύγουστο) στρατηγός, σερ Ρίτσαρντ Ντάνατ, δήλωσε ότι είχε ζητήσει τον Μάρτιο να σταλούν στο Αφγανιστάν 2.000 άνδρες και ότι ο πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν απέρριψε το αίτημα και έστειλε μόνο 700. Η Ντάουνινγκ Στριτ διέψευσε ότι ο πρωθυπουργός απέρριψε στρατιωτικές συμβουλές. Τώρα η κυβέρνηση εξετάζει την αποστολή ακόμα 500 ανδρών, οπότε στο Αφγανιστάν θα υπηρετούν 9.500 Βρετανοί στρατιώτες. Ο υπουργός Αμυνας, Μπιλ Ράμελ, μπήκε στον κύκλο των αντεγκλήσεων λέγοντας ότι οι υπουργοί δεν είναι προορισμένοι να ακολουθούν στρατιωτικές συμβουλές, αλλά πρέπει να έχουν «ευρύτερη οπτική». Πάντως, σύμφωνα με δημοσκόπηση του BBC, σε 1.010 άτομα, το 56% δήλωσαν πως είναι αντίθετοι στον πόλεμο, το 37% ότι τον εγκρίνουν, το 6% ότι δεν έχουν αποφασίσει και το 1% αρνήθηκαν να απαντήσουν. Το 2006, το 53% ήταν αντίθετοι στον πόλεμο και το 31% τον υποστήριζαν. Εν τω μεταξύ το ΝΑΤΟ ζήτησε από τη Ρωσία να επεκτείνει την εμπλοκή της στο Αφγανιστάν εξοπλίζοντας και εκπαιδεύοντας αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας. Στη Βρετανία πάντως προκάλεσε αίσθηση η παραδοχή του Τσαρλς Φαρ, επικεφαλής της υπηρεσίας ασφάλειας και της αντιτρομοκρατικής του υπουργείου Εσωτερικών, ότι στο βρετανικό έδαφος δρουν πράκτορες της CIA.
- (Πηγές: «Times», ΑΠΕ, Ρόιτερς), Του Θ.Γ. ΚΑΝΕΛΛΟΥ, Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009
ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ: Ο «περίπατος» του Μπους κρατάει 8 χρόνια κι έχει μέλλον…
Πριν από 8 χρόνια ακριβώς, ο τότε πρόεδρος Τζορτζ Μπους στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου μετά την έναρξη του πολέμου στο Αφγανιστάν είχε παραδεχθεί ότι δεν γνώριζε πότε χρονικά θα τερματιστεί η σύγκρουση. «Οι πολίτες με ρωτούν πόσο θα κρατήσει» είπε 96 περίπου ώρες μετά την εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων στη χώρα. «Μπορεί να κρατήσει μέχρι αύριο, μπορεί να κρατήσει ένα μήνα, μπορεί ένα ή δύο χρόνια, αλλά θα θριαμβεύσουμε».
![]()
-
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009
Σεπτεμβρίου 24, 2009
Σμιντ: Επρεπε τα κόμματα να συζητήσουν για την αποστολή
«Επρεπε να γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι ο προκαθορισμένος στόχος με τα διαθέσιμα μέσα είναι ανέφικτος. Με τις μέχρι στιγμής επιχειρήσεις, διαρκείας περίπου 10 χρόνων, η επίτευξή του γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Οντως, δεν βλέπει κανείς την Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν. Πήγε λίγο παραπέρα, στο δυτικό Πακιστάν». Επιστέγασμα σκέψης του πρώην καγκελαρίου Χέλμουτ Σμιντ, ο οποίος, τέσσερις ημέρες πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές, «μαστίγωσε» λεκτικά τα δύο κόμματα της κυβέρνησης του μεγάλου συνασπισμού, δηλαδή τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Σοσιαλδημοκράτες, μεταξύ άλλων για την τακτική που τήρησαν στο θέμα του Αφγανιστάν. Σε δηλώσεις του στη σημερινή έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας Die Zeit, εντύπου με ιστορική διαδρομή, προσκείμενου στους Σοσιαλδημοκράτες και υπό την επιρροή του πρώην καγκελαρίου, ο κ. Σμιντ διαπιστώνει το «προφανές», ότι δηλαδή οι 200.000 στρατιώτες που βρίσκονται στο Αφγανιστάν, δεν επαρκούν για τη σταθεροποίηση της χώρας. Ισως να πρόκειται για έμμεση μομφή και προς τους μεγάλους της οικουμένης ή ακόμη και τις ΗΠΑ, που δεν αποφασίζουν τι θέλουν, στρατιωτικές ενισχύσεις ή κάτι άλλο.
Ο Χέλμουτ Σμιντ υπενθυμίζει ότι ο ίδιος ήταν εξαιρετικά επιφυλακτικός εξαρχής προς τη συμμετοχή του ομοσπονδιακού στρατού στη διεθνή στρατιωτική αποστολή στο Αφγανιστάν. Διευκρινίζει όμως ότι αυτό δεν μειώνει το σεβασμό που ο ίδιος τρέφει προς τους νέους άντρες και τις κοπέλες που διακινδυνεύουν εκεί τη ζωή τους. «Δεν επιθυμώ να επηρεαστεί η ετοιμότητά τους κατά την εκτέλεση των εντολών της κυβέρνησής τους», τονίζει ο κ. Σμιντ, που επικρίνει στη συνέχεια τα κόμματα για την παντελή απουσία συζήτησης στη Βουλή σχετικά με την ανάπτυξη γερμανικών στρατευμάτων στο Ινδουκούς. «Το σύνολο των ζητημάτων που αφορούν στο Αφγανιστάν, έπρεπε να συζητηθούν ενδελεχώς και να γίνουν κορυφαίο θέμα της προεκλογικής εκστρατείας», λέει, αποδίδοντας ατολμία στα κόμματα, που «τρέμουν» τις σφυγμομετρήσεις. Υπενθυμίζεται ότι η γερμανική στρατιωτική αποστολή, εκ 4.000 στρατιωτών περίπου, δέχθηκε πρόσφατα συντονισμένες επιθέσεις του εχθρού. Εξού και πριν από λίγες ημέρες, ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία Φ. Β. Σταϊνμάγερ, δήλωσε ότι έχει έτοιμο τετραετές σχέδιο απόσυρσης από το Αφγανιστάν. [Η Καθημερινή, 24/09/2009]
ΗΠΑ: διχογνωμία για το Αφγανιστάν. Πυρετώδεις διαβουλεύσεις επιτελών για το θέμα ενίσχυσης ή μείωσης της αμερικανικής αποστολής
NYT, AP, AFP
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Συνεχίζονται οι πυρετώδεις διαβουλεύσεις μεταξύ του Αμερικανού προέδρου, Μπαράκ Ομπάμα και των επιτελών του για την πορεία του πολέμου στο Αφγανιστάν. Οπως αναφέρει ρεπορτάζ της εφημερίδας New York Times, ο κ. Ομπάμα συναντήθηκε χθες με τον αντιπρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, την υπουργό Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, τον υπουργό Αμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς και τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, ναύαρχο Μάικλ Μιούλεν, προκειμένου να εξετάσουν το αίτημα του διοικητή των Αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, στρατηγού Στάνλεϊ Μακρίσταλ, για αποστολή επιπλέον ενισχύσεων. Ωστόσο, η συνάντηση δεν κατέληξε σε οριστικά συμπεράσματα, καθώς φαίνεται ότι ο πρόεδρος δέχεται αντικρουόμενες εισηγήσεις από τους συνεργάτες του.
Ο κ. Μπάιντεν θεωρεί ότι όχι μόνο δεν πρέπει να σταλούν ενισχύσεις, αλλά, αντιθέτως, να μειωθεί η αμερικανική στρατιωτική δύναμη στο Αφγανιστάν. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο, η ευθύνη για τη διασφάλιση της σταθερότητας θα πρέπει να μεταφερθεί στις αφγανικές δυνάμεις ασφαλείας, οι οποίες θα συνεχίσουν να εκπαιδεύονται με εντατικούς ρυθμούς από το ΝΑΤΟ. Από την άλλη πλευρά, ο αμερικανικός στρατός που βρίσκεται στη χώρα οφείλει να επικεντρώσει τις προσπάθειές του στη σύλληψη και την εξόντωση μελών της Αλ Κάιντα, τόσο στο Αφγανιστάν, όσο και στο Πακιστάν, με «χειρουργικές» επιχειρήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών, ειδικών δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών. Aντίθετη άποψη έχει η κυρία Κλίντον, η οποία έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η Αλ Κάιντα δεν μπορεί να καταπολεμηθεί όσο δεν καταστέλλεται το κίνημα των φανατικών Ταλιμπάν που της παρέχει προστασία. Οι γνώμες διίστανται και στους κόλπους των στρατιωτικών, των διπλωματών και των αμυντικών αναλυτών. Ο στρατηγός Μακρίσταλ προειδοποίησε ότι αν δεν του σταλούν ενισχύσεις, το ΝΑΤΟ κινδυνεύει να ηττηθεί, ενώ με το αίτημά του συμφωνεί και ο πρόεδρος του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζάι, αλλά και ο αντίπαλος του κ. Ομπάμα στις περσινές προεδρικές εκλογές, Τζον Μακέιν. Αξιωματικοί του Αφγανικού στρατού όμως επισημαίνουν ότι η ενισχυμένη παρουσία ξένων δυνάμεων εντείνει τις αντιδράσεις στον ντόπιο πληθυσμό και αυξάνει τη δημοφιλία των Ταλιμπάν.
Στο μεταξύ, δριμεία φραστική επίθεση εξαπέλυσε εναντίον του κ. Ομπάμα, ο υπαρχηγός της Αλ Κάιντα, Αϊμάν Αλ Ζαουάχρι. Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του που αναρτήθηκε σε ιστοσελίδα φανατικών ισλαμιστών, ο Αλ Ζαουάχρι υποστηρίζει ότι ο νέος Αμερικανός πρόεδρος συνεχίζει από εκεί που σταμάτησαν οι προκάτοχοί του και δεν παρατηρείται οποιαδήποτε αλλαγή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Το μήνυμα του διαβόητου τρομοκράτη περιλαμβάνεται σε «ντοκιμαντέρ» της Αλ Κάιντα, το οποίο έχει διάρκεια 106 λεπτά και τίτλο «Η Δύση και το Σκοτεινό Τούνελ». Εκτός από τον Αμερικανό πρόεδρο, στο στόχαστρο των απειλών του Αλ Ζαουάχρι βρίσκεται και η Σαουδική βασιλική οικογένεια, αλλά και ο πρόεδρος της παλαιστινιακής αρχής, Μαχμούτ Αμπάς. Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις των Ταλιμπάν σε αμάχους και δυνάμεις του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν συνεχίζονται σε καθημερινή βάση. Δώδεκα πολίτες έχασαν τη ζωή τους χθες σε εκρήξεις αυτοσχέδιων βομβιστικών μηχανισμών. [Η Καθημερινή, 24/09/2009]