- Οι μεγάλοι ρυπαντές του κόσμου, Κίνα και ΗΠΑ, ευθύνονται για το ότι η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες για μια παγκόσμια συμφωνία που θα περιόριζε δραστικά την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Παρά τις αλλεπάλληλες συναντήσεις του Μπαράκ Ομπάμα και του κινέζου πρωθυπουργού Ουέν Τζιαμπάο, οι δύο πλευρές δεν θέλησαν να συγκλίνουν στα καίρια ζητήματα, όπως στην επαλήθευση των δεσμεύσεων για περιορισμό των εκπομπών των αερίων, στη χρηματοδότηση των φτωχών χωρών και στο επίπεδο των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Η τελική μη δεσμευτική διακήρυξη απέτυχε να θέσει ως παγκόσμιο στόχο να περιοριστούν κατά 50% οι εκπομπές των αερίων ώς το 2050, με βάση τα επίπεδα του 1990, ενώ δέχθηκε να περιορισθεί και η άνοδος της θερμοκρασίας στους δύο βαθμούς Κελσίου, με την προοπτική να επανεξεταστεί ο στόχος το 2016, οπότε θα μπορούσε να τεθεί το αυστηρότερο όριο του 1,5 βαθμού…
Κάποια στιγμή φάνηκε δυνατός ο συμβιβασμός ανάμεσα στους δυο μεγαλύτερους ρυπαντές της Γης. Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι θα συμβάλουν στη συγκέντρωση 100 δισ. δολαρίων για την ετήσια χρηματοδότηση των φτωχών χωρών από το 2020, ζητώντας από την Κίνα να υπάρξει διαφάνεια στον υπολογισμό των περικοπών της στα αέρια του θερμοκηπίου.
Αλλά και η προσφορά των ΗΠΑ για τον περιορισμό των δικών της εκπομπών κατά 17% ώς το 2020, με βάση τα επίπεδα του 2005, θεωρήθηκε τελείως ανεπαρκής, ιδιαίτερα από τους Ευρωπαίους, γιατί αντιστοιχεί μόλις στο 3%-4%, αν υπολογιστεί με βάση το 1990. Η Κίνα τελικά δεν ανταποκρίθηκε στις υποσχέσεις ότι θα καταστήσει διαφανείς τις ενέργειές της, στο βαθμό που αυτό δεν θα επιτρέπει σε άλλα κράτη να παραβιάσουν την κυριαρχία της.
Ετσι το χάσμα παρέμεινε μεγάλο, κυρίως ανάμεσα στις αναπτυγμένες κα τις αναπτυσσόμενες χώρες, για όλα τα επίμαχα ζητήματα: Από τη μείωση των εκπομπών και τη χρηματοδότηση των φτωχών χωρών ώς τη διατήρηση σε ισχύ του Πρωτοκόλου του Κιότο.
Ο τρόπος που προσεγγίζουν την κλιματική αλλαγή τα διάφορα κράτη δείχνει ότι είμαστε ακόμη μακριά από την οικουμενική συναίνεση. Οι αναπτυγμένες χώρες δυσκολεύονται να αποδεχθούν την ιστορική ευθύνη τους και να βοηθήσουν ουσιαστικά τις φτωχές χώρες.
Αυτές, με τη σειρά τους, καταγγέλλουν τις βιομηχανικές χώρες ότι θέλουν να τους επιβάλλουν μόνο περιορισμούς. Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του Ούγκο Τσάβες της Βενεζουέλας. «Το 7%», είπε, «του παγκόσμιου πληθυσμού, που είναι το πλουσιότερο, ευθύνεται για το 50% των ρυπογόνων εκπομπών, ενώ το 50% των φτωχότερων, ευθύνεται μόλις για το 7% της ρύπανσης!»
Αλλά και η θέση των αναδυόμενων χωρών συνοψίστηκε στη φράση του ινδού πρωθυπουργού, ότι δεν δέχεται μια συμφωνία που «θα εμπόδιζε τη χώρα του να βγάλει εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια».
Η ελίτ των ΗΠΑ
Στην άλλη άκρη, υπάρχει η άποψη των φανατικών υποστηρικτών των συμφερόντων των ρυπογόνων βιομηχανιών, όπως ο ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Αϊνχοφ, που δήλωσε ότι «οι μόνοι που ενδιαφέρονται για την κλιματική αλλαγή στις ΗΠΑ είναι οι ελίτ του Χόλιγουντ»…
Η Κοπεγχάγη δεν μπόρεσε να δώσει αυτό που όλοι περίμεναν: μια απόφαση που να δίνει την αίσθηση ότι υπάρχει δυναμική ότι οι χώρες μπορούν πραγματικά να συνεργαστούν για ένα συγκροτημένο καθεστώς για την κλιματική αλλαγή.
Ανεξάρτητα από την έκβαση της Διάσκεψης, η σοβαρή κλιματική αλλαγή είναι πλέον αμετάκλητη. Στα επόμενα χρόνια δεν θα αντιμετωπίσουμε μόνο περισσότερες πλημμύρες, πυρκαγιές, ερημοποίηση και λειψυδρία, αλλά και μαζικές μεταναστεύσεις πληθυσμών και έντονες κοινωνικές αναταραχές.
Στην κλιματική αλλαγή συνοψίζονται όλες οι συνέπειες της άνισης ανάπτυξης που επικράτησε στη Δύση -εκβιομηχάνιση, αστυφιλία, αποικιοκρατία- και τις οποίες αντέγραψαν, με τις αντίστοιχες παραμορφώσεις, τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού».
Οι μεγάλες χώρες, δέσμιες ισχυρών συμφερόντων, δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν στη λήψη δεσμευτικών αποφάσεων για τη σωτηρία του πλανήτη.
Οι διαδηλωτές της Κοπεγχάγης έδειξαν το δρόμο. Το ζήτημα είναι οι σκέψεις τους και οι προτάσεις τους να εξαναγκάσουν τις κυβερνήσεις να τις κάνουν πραγματικότητα.