Επιδημία μαζικών δολοφονιών. Ανησυχία για το πέμπτο μακελειό από την αρχή του χρόνου στις ΗΠΑ
Απριλίου 5, 2009 Γράψτε ένα σχόλιο
Οι μετανάστες που παρακολουθούσαν μαθήματα «αγωγής του πολίτη» σε ειδικό κέντρο υποδοχής της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, την Παρασκευή, δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τα θαύματα του Νέου Κόσμου. Αντ’ αυτού, ήρθαν αντιμέτωποι με το φαινόμενο που τείνει να λάβει διαστάσεις επιδημίας στην Αμερική: τις μαζικές δολοφονίες. Ο δράστης, επίσης μετανάστης, ακολούθησε τη δραματική «πεπατημένη» αυτών των περιπτώσεων. Εισέβαλε στο κέντρο, άδειασε τους γεμιστήρες των όπλων του σκοτώνοντας 13 αθώους και –στη συνέχεια– έθεσε και ο ίδιος τέλος στη ζωή του, πριν προλάβει να παρέμβει η αστυνομία. Η πληροφορία περί ανάληψης της ευθύνης από τους Ταλιμπάν που μετέδωσε το πρακτορείο Reuters δεν επιβεβαιωνόταν μέχρι αργά χθες το απόγευμα.
Hταν το πέμπτο μακελειό από την αρχή του χρόνου στις ΗΠΑ και ο προβληματισμός είναι πλέον διάχυτος. Εγκληματολόγοι, ψυχίατροι και ακαδημαϊκοί προσπαθούν –ανεπιτυχώς μέχρι στιγμής– να δώσουν μια πειστική απάντηση στο επιτακτικό «γιατί;». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε καθένα από τα τραγικά περιστατικά πρωταγωνίστησαν διαταραγμένες προσωπικότητες. Κάποιοι μάλιστα συνδέουν την έλευση της άνοιξης και τη συνακόλουθη απότομη αλλαγή του καιρού με την εκδήλωση των συμπτωμάτων της ασθένειάς τους. Η επίθεση του 23χρονου Σέουνγκ-Χούι Τσο στο Πολυτεχνείο της Βιρτζίνια που στοίχισε τη ζωή σε 32 ανθρώπους έγινε στις 16 Απριλίου του 2007, ενώ στις 20 Απριλίου του 1999, δύο έφηβοι στο λύκειο Κόλουμπαϊν του Κολοράντο είχαν δολοφονήσει 12 συμμαθητές τους και την καθηγήτριά τους πριν αυτοκτονήσουν. Ωστόσο, το δυσεξήγητο είναι η διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα των μαζικών δολοφονιών και όχι η εποχή του χρόνου που συμβαίνουν.
- Κοινωνιολόγοι
Δεν είναι λίγοι οι κοινωνιολόγοι που αποδίδουν τα λουτρά αίματος στην οικονομική κρίση, παραπέμποντας σε ανάλογες τραγωδίες τη δεκαετία του 1930, όταν άνεργοι και φτωχοί αγρότες δολοφονούσαν τις οικογένειές τους. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι απαρχές της έξαρσης που βιώνει σήμερα η Αμερική εντοπίζονται στα τέλη της δεκαετίας του 1990, την εποχή που η οικονομία της χώρας αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς. Το γεγονός οδηγεί αρκετούς αναλυτές στο συμπέρασμα ότι τα αίτια του νοσηρού φαινομένου θα πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια τη δομή της αμερικανικής κοινωνίας. Η αποθέωση της οικονομικής ευμάρειας και η διαπόμπευση της αποτυχίας επιτείνουν το αίσθημα απελπισίας σε ορισμένους ήδη καταθλιπτικούς ανθρώπους, οδηγώντας τους στον φόνο.
Εντούτοις, η υψηλή θέση του χρήματος στην κλίμακα των αξιών του σύγχρονου κόσμου δεν αποτελεί αμερικανική ιδιοτροπία. Η ειδοποιός διαφορά των ΗΠΑ έγκειται ίσως στη διαθεσιμότητα των όπλων. Δεν υπάρχει άλλη χώρα στον ανεπτυγμένο κόσμο όπου η μαζική εκτέλεση να είναι τόσο εύκολη από «επιχειρησιακής» απόψεως όσο είναι στην Αμερική. Εκτιμάται ότι κυκλοφορούν στη χώρα για αγορά πάνω από 250 εκατομμύρια όπλα, ένα σχεδόν για κάθε άνδρα, γυναίκα ή παιδί. Ο έλεγχος που γίνεται στους υποψήφιους αγοραστές ακόμη και στρατιωτικού τύπου τυφεκίων είναι υποτυπώδης και σε κάποιες Πολιτείες σχεδόν ανύπαρκτος. Ως εκ τούτου, δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι το κράτος και οι πολιτειακές αρχές στις ΗΠΑ παρέχουν χωρίς αναστολές τα απαραίτητα εργαλεία σε όποιον θέλει να σπείρει τον θάνατο.
- Το θέμα της οπλοκατοχής
Πάντως, μετά τα πρόσφατα περιστατικά, η δημόσια συζήτηση γύρω από το συνταγματικό «ταμπού» της οπλοκατοχής έχει αναθερμανθεί. Τα σχόλια των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης καταδεικνύουν ότι το κλίμα έχει αλλάξει από το περασμένο φθινόπωρο, όταν ο –υποψήφιος τότε– πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα είχε επανειλημμένως αναγκαστεί να διαβεβαιώσει για την «αμφισβητούμενη» αφοσίωσή του στη διαβόητη 2η Αναθεωρητική Διάταξη του Αμερικανικού Συντάγματος που αναγνωρίζει –εμμέσως, είναι η αλήθεια– το δικαίωμα των πολιτών να φέρουν όπλα. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Eρικ Χόλντερ, μάλιστα, είχε αναφερθεί πριν από λίγες εβδομάδες στην ανάγκη να επανεξεταστεί το θεσμικό πλαίσιο της οπλοκατοχής. Δεδομένης, πάντως, της ισχύος της Εθνικής Eνωσης για την Οπλοκατοχή (NRA), αλλά και της στάσης της κοινής γνώμης απέναντι στο ζήτημα, το θέμα πιθανότατα θα αφεθεί και πάλι στη διακριτική ευχέρεια των Πολιτειών, με τους πολέμιους της οπλοχρησίας να αναμένουν την επόμενη αλλαγή σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκειμένου να βρουν ευήκοα ώτα οι απόψεις τους σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
- Του Νικου Χρυσολωρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 05/04/2009



